Μονόδρομος η «Τζαμάικα» - Free Sunday

Free Sunday skin left

Free Sunday skin left

Μονόδρομος η «Τζαμάικα»

Μονόδρομος η «Τζαμάικα»

Οι εκλογές της περασμένης Κυριακής στη Γερμανία ανέδειξαν ένα θρυμματισμένο πολιτικό σκηνικό, που αποτυπώνεται στην παρουσία έξι κομμάτων στην Ομοσπονδιακή Βουλή. Παρ’ όλα αυτά, δύο κινήσεις ξεκαθάρισαν το τοπίο, καθιστώντας μονόδρομο τη συγκρότηση τρικομματικού κυβερνητικού συνασπισμού Χριστιανοδημοκρατών, Φιλελευθέρων και Πρασίνων, που στη Γερμανία αποκαλείται «Τζαμάικα», καθώς παραπέμπει στα χρώματα της σημαίας (μαύρο, κίτρινο, πράσινο) της χώρας της Καραϊβικής.

Δύο καθοριστικές κινήσεις

Η πρώτη κίνηση ήταν η δήλωση του επικεφαλής των Σοσιαλδημοκρατών και υποψηφίου καγκελαρίου Σουλτς, αμέσως μετά τη δημοσιοποίηση των πρώτων exit polls, ότι το κόμμα του δεν πρόκειται να μετάσχει σε νέο μεγάλο συνασπισμό με τους Χριστιανοδημοκράτες, καθώς επιλέγει τον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Μια επιλογή που οφείλεται σε δύο λόγους. Πρώτον, να μην καταστεί η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία αξιωματική αντιπολίτευση και, δεύτερον, να ανακοπεί η συνεχής πτώση των ποσοστών του κόμματος. Καλώς εχόντων των πραγμάτων, οι Σοσιαλδημοκράτες τουλάχιστον θα έπρεπε να περιμένουν την πρώτη μετεκλογική διαβούλευση με τους Χριστιανοδημοκράτες, πριν ανακοινώσουν την απόφασή τους. Ακολούθησε την Τετάρτη 27 Σεπτεμβρίου η ανακοίνωση της μετακίνησης του Σόιμπλε από το υπουργείο Οικονομικών στην προεδρία της Ομοσπονδιακής Βουλής Μπούντεσταγκ. Μια ανακοίνωση που επίσης έγινε πρόωρα, καθώς κατά παράδοση η υποψηφιότητα του νέου προέδρου της Βουλής ανακοινώνεται σχεδόν έναν μήνα μετά τις βουλευτικές εκλογές.

Με δυο λόγια, η δήλωση Σουλτς ότι οι Σοσιαλδημοκράτες περνούν στην αντιπολίτευση κλείδωσε ως μοναδική ρεαλιστική κυβερνητική προοπτική τη συγκρότηση συνασπισμού «Τζαμάικα», ενώ η μετακίνηση Σόιμπλε διευκολύνει την εξ ορισμού δύσκολη εξύφανση ισορροπιών ανάμεσα στους τρεις κυβερνητικούς εταίρους.

Όλα τα άλλα σενάρια που καταγράφηκαν είναι εξωπραγματικά, καθώς η υλοποίησή τους θα απαξίωνε ακόμη περισσότερο το γερμανικό πολιτικό σύστημα και θα ενίσχυε τη δυναμική αύξησης της επιρροής της Εναλλακτικής. Η παραπάνω διαπίστωση αφορά και το σενάριο προσφυγής σε νέες εκλογές και την ενδεχόμενη συγκρότηση κυβέρνησης μειοψηφίας, αλλά και την, σε περίπτωση εμπλοκής στη λύση «Τζαμάικα», επιστροφή στη φόρμουλα του μεγάλου συνασπισμού Χριστιανοδημοκρατών-Σοσιαλδημοκρατών. Όποιο κόμμα πάρει την ευθύνη μιας αποσταθεροποίησης, που θα παρέπεμπε στη μεταπολεμική πολιτική αστάθεια στην Ιταλία, είναι βέβαιο ότι θα τιμωρηθεί πολύ σκληρά από το εκλογικό σώμα.

Αντιφάσεις

Η σύγχυση για τη δυνατότητα αίσιας έκβασης των διαπραγματεύσεων για τη συγκρότηση συνασπισμού «Τζαμάικα» προέρχεται κατά κύριο λόγο από την αδιάλλακτη και σκληρή ρητορική, κυρίως προεκλογικά, του κόμματος των Φιλελευθέρων, που προφανώς στόχευε στο να προσελκύσει τους πιο συντηρητικούς απογοητευμένους ψηφοφόρους των Χριστιανοδημοκρατών, με έμφαση σε αδιάλλακτη θέση ως προς τη δυνατότητα μεταρρύθμισης της Ευρωζώνης.

Είναι φανερό ότι οι Φιλελεύθεροι ζουν μια αντίφαση, καθώς η πολιτική τους νεκρανάσταση οφείλεται σε σαφή πολιτική ταυτότητα και στίγμα, που βρίσκεται στα δεξιά της χριστιανοδημοκρατίας, με την οποία όμως είναι καταδικασμένοι να διαπραγματευτούν και να συγκυβερνήσουν με πολύ δυσμενέστερους όρους απ’ ό,τι την περίοδο 2009-2013. Τότε Χριστιανοδημοκράτες και Φιλελεύθεροι σχημάτισαν μια δικομματική κυβέρνηση, ενώ σήμερα η κοινοβουλευτική αυτοδυναμία προϋποθέτει και τη συμμετοχή τρίτου κυβερνητικού εταίρου, δηλαδή των Πρασίνων.

Εξυπακούεται ότι ο μείζων εταίρος του κυβερνητικού συνασπισμού, οι Χριστιανοδημοκράτες, πιο εύκολα συνθέτει ισορροπίες με δύο ήσσονες εταίρους, που τους χωρίζει μεγάλη απόσταση. Σήμερα το κόμμα των Πρασίνων έχει καταλάβει τον χώρο του κέντρου μεταξύ Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών, έναν χώρο που μέχρι πριν από μία δεκαετία καταλάμβανε το κόμμα των Φιλελευθέρων, το οποίο σήμερα, όπως είπαμε, βρίσκεται στα δεξιά τόσο της Μέρκελ όσο και των Βαυαρών Χριστιανοκοινωνιστών συμμάχων της.

Μπαλαντέρ

Τα παραπάνω, η μετεξέλιξη δηλαδή του στίγματος των Πρασίνων και των Φιλελευθέρων, έχουν καθοριστική σημασία. Στο παρελθόν, ως κόμμα του κέντρου, οι Φιλελεύθεροι είχαν ρόλο μπαλαντέρ, καθώς άλλοτε συμμαχούσαν με τους Χριστιανοδημοκράτες και άλλοτε με τους Σοσιαλδημοκράτες. Σήμερα, στα δεξιά της χριστιανοδημοκρατίας και με δεδομένο ότι δεν μπορούν να συνεργαστούν με την Εναλλακτική, δεν έχουν άλλη επιλογή, παρά τις όποιες σκληρές κορόνες, από το να συνεργαστούν με τη Μέρκελ. Σήμερα τον ρόλο μπαλαντέρ, όπως άλλωστε φαίνεται και από τη συγκρότηση κυβερνητικών συνασπισμών σε επίπεδο ομόσπονδων κρατιδίων, μπορεί να τον διαδραματίσει μόνο το κόμμα των Πρασίνων.

Ο ρόλος του Σόιμπλε

Στα παραπάνω θα πρέπει να δούμε ποιο θα είναι το εύρος και η εμβέλεια του νέου ρόλου του Σόιμπλε ως προέδρου της Ομοσπονδιακής Βουλής, όπου καλείται όχι μόνο να αντιμετωπίσει την ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία αλλά και να προλάβει το άνοιγμα ενός μετώπου που θα πιέζει τη Μέρκελ από τα δεξιά και το οποίο θα αποτελείται όχι μόνο από τους Φιλελεύθερους αλλά και από τους Βαυαρούς Χριστιανοκοινωνιστές, σημαντικό ποσοστό της εκλογικής βάσης των οποίων μετακινήθηκε προς τo AfD.

Ένας τρικομματικός κυβερνητικός συνασπισμός είναι μια πρωτόγνωρη εμπειρία για τη μεταπολεμική Γερμανία, καθώς θα δοκιμαστεί για πρώτη φορά, όμως η αντιμετώπιση της Εναλλακτικής θα υπαγορεύσει, τουλάχιστον σε κάποιον βαθμό, αυτοσυγκράτηση και υπευθυνότητα στον πιο προβληματικό νέο κυβερνητικό εταίρο, δηλαδή στους Φιλελεύθερους.