Το πρόγραμμα τελειώνει, η κρίση συνεχίζεται - Free Sunday
Το πρόγραμμα τελειώνει, η κρίση συνεχίζεται
Πολλά από τα δύσκολα εξακολουθούν να είναι μπροστά μας

Το πρόγραμμα τελειώνει, η κρίση συνεχίζεται

Ο πόλεμος της επικοινωνίας που αναπτύσσεται με πρωτοβουλία της κυβέρνησης οδηγεί στη σύγχυση, εφόσον δημιουργείται σε πολλούς η εντύπωση ότι το τέλος του δανειακού προγράμματος και του μνημονίου που συνδέεται με αυτό οδηγεί και στο τέλος της πολυδιάστατης κρίσης που αντιμετωπίζουμε.

Στην πραγματικότητα, πολλά από τα δύσκολα που έχουμε να κάνουμε για να εκπληρώσουμε τις υποχρεώσεις μας και, κυρίως, να βγούμε από την κρίση εξακολουθούν να είναι μπροστά μας. Επιπλέον, η διάρκεια και η κλίμακα της κρίσης έχουν δημιουργήσει μια σύνθετη κατάσταση που κάνει εξαιρετικά δύσκολη τη χάραξη μιας νέας πορείας.

Η κρίση μένει

Παρά το τέλος του προγράμματος-μνημονίου, η κρίση μένει μαζί μας για πολύ συγκεκριμένους λόγους.

Πρώτον, η κυβέρνηση διαχειρίστηκε το εμπροσθοβαρές τρίτο πρόγραμμα-μνημόνιο με έναν τρόπο που έστειλε πολλά σημαντικά και δύσκολα μέτρα στο τέλος αυτής της τετραετίας ή και στις αρχές της επόμενης.

Δημιουργείται έτσι μία ακόμη ελληνική πρωτοτυπία, εφόσον θα φτάσουμε στο τέλος του μνημονίου αλλά θα έχουμε την εφαρμογή νέων μνημονιακού τύπου μέτρων μετά την επίσημη λήξη της περιόδου της αναγκαστικής προσαρμογής. Αυτό είναι ένα ζήτημα τεράστιας πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής σημασίας. Δοκιμάζει την αξιοπιστία της κυβέρνησης, η οποία περιγράφει βελτίωση της κατάστασης σε μια περίοδο κατά την οποία η καθημερινότητα των περισσότερων πολιτών γίνεται πιο δύσκολη εξαιτίας μαζικών πλειστηριασμών ακινήτων που θα κλιμακωθούν από το δεύτερο εξάμηνο του 2018, συστηματικών κατασχέσεων σε βάρος όσων χρωστούν στο Δημόσιο, προγραμματισμένης μεγάλης μείωσης των συντάξεων από τον Δεκέμβριο του 2018 και μείωσης στο ετήσιο αφορολόγητο εισόδημα από τις αρχές του 2020.

Δεύτερον, ο εγκλωβισμός της Ελλάδας σε μια μνημονιακή περίοδο η οποία στον αρχικό σχεδιασμό ήταν τριετής και τελικά θα είναι οκταετής με άτυπη διετή παράταση έχει οδηγήσει σε μεγάλη υποβάθμιση της συγκριτικής θέσης της ελληνικής οικονομίας στην Ε.Ε.

Την τελευταία τριετία είχαμε αύξηση του ΑΕΠ της τάξης του 14% στην Ιρλανδία, του 10% στην Ισπανία, του 7%-8% στην Πορτογαλία και στην Κύπρο και περίπου μηδενική ανάπτυξη στην Ελλάδα. Οι άλλες πρώην μνημονιακές χώρες βρήκαν τον βηματισμό τους και καλύπτουν τη χαμένη απόσταση από την Ευρωζώνη και την Ε.Ε., ενώ εμείς συνεχίζουμε να μένουμε πίσω. Ακόμα και το 2017, χρονιά στην οποία σημειώθηκε αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,4% έναντι αρχικής πρόγνωσης 2,7%, η Ελλάδα έμεινε ακόμη πιο πίσω σε σχέση με την Ευρωζώνη, η οποία εμφάνισε μεγαλύτερο ρυθμό ανάπτυξης. Οι Ευρωπαίοι εταίροι είναι ταυτόχρονα ανταγωνιστές της ελληνικής οικονομίας και όσο χειροτερεύει η συγκριτική μας θέση, τόσο δυσκολεύει η έξοδος από την κρίση, γιατί ο ανταγωνισμός γίνεται σκληρότερος.

Τρίτον, η παράταση της κρίσης και η δημιουργία νέων προβλημάτων εξαιτίας της ρήξης με την Ευρωζώνη το 2015 οδηγούν στη λεγόμενη κοινωνία του ενός τρίτου. Πριν από την κρίση δύο στους τρεις Έλληνες είχαν ευρωπαϊκό επίπεδο ζωής ή ευρωπαϊκή προοπτική. Σήμερα ένας στους τρεις Έλληνες ανήκει σε αυτή την κατηγορία, ενώ πολλοί συμπολίτες μας μόλις τα φέρνουν βόλτα ή έχουν βρεθεί στο επαγγελματικό ή στο κοινωνικό περιθώριο. Αυτή η αλλοίωση της σύνθεσης της κοινωνίας εξαιτίας της μεγάλης διάρκειας και της έντασης της κρίσης κάνει πιο δύσκολη τη διαχείριση της κρίσης. Έχουν απομείνει σχετικά λίγοι οι οποίοι είναι δραστήριοι και δημιουργικοί για να σηκώσουν το οικονομικό φορτίο, ενώ γίνεται πιο δύσκολο το πέρασμα της βελτίωσης της κατάστασης της οικονομίας στην καθημερινότητα του πολίτη. Θα χρειαστούν πολλά χρόνια σταθερής και δυναμικής ανάπτυξης για να βγουν εκατομμύρια συμπολίτες μας από τη δύσκολη θέση στην οποία έχουν περιέλθει.

Τέταρτον, με τον τρόπο που έγινε η διαχείριση της κρίσης, τα διαρθρωτικά προβλήματα που συνέβαλαν στην εκδήλωσή της έχουν μεγαλώσει. Σήμερα ο οικονομικός ρόλος του Δημοσίου είναι μεγαλύτερος απ’ ό,τι ήταν πριν από δέκα χρόνια, γιατί, παρά τον περιορισμό των δημοσίων δαπανών και του ευρύτερου δημόσιου τομέα της οικονομίας, η συρρίκνωση του ιδιωτικού τομέα έχει ενισχύσει τη συγκριτική θέση του Δημοσίου και έχει κάνει πιο δύσκολη τη χρηματοδότησή του από τους φορολογούμενους πολίτες και τις επιχειρήσεις.

Έχουν ενισχυθεί και τα καταναλωτικά χαρακτηριστικά της ευρύτερης ελληνικής οικονομίας, τα οποία στάθηκαν εμπόδιο κατά το παρελθόν στην οικονομική ανάπτυξη σε στέρεες βάσεις. Μπορεί η λιτότητα να μείωσε την κατανάλωση κατά 25% ή και 30%, αλλά η κατάρρευση των επενδύσεων, η οποία είναι της τάξης του 50%-70%, ενίσχυσε τον ρόλο της κατανάλωσης σε σχέση με τις επενδύσεις στο σημερινό κατώτερο καταναλωτικό επίπεδο.

Τουριστική «ανάσα»

Τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονομία διασώζεται από τα αλλεπάλληλα τουριστικά ρεκόρ. Ο τουρισμός είναι ένα εθνικό κεφάλαιο, δεν μπορεί όμως να αποτελέσει τη βασική απάντηση στην κρίση. Τα στοιχεία για την απασχόληση δείχνουν ότι τους καλούς μήνες το 75% των νέων θέσεων εργασίας είναι στον τουρισμό και τις υπηρεσίες. Παρατηρείται ένας κύκλος στην απασχόληση με μαζικές προσλήψεις κάθε Απρίλιο, στο ξεκίνημα της τουριστικής περιόδου, και μαζικές απολύσεις κάθε Οκτώβριο, στο τέλος της τουριστικής περιόδου. Επιπλέον, υπάρχει μια τάση υπέρ των θέσεων μερικής απασχόλησης, που δίνουν μηνιαίες αποδοχές της τάξης των 400 ευρώ.

Τα τουριστικά ρεκόρ γίνονται παρά την υπερφορολόγηση του κλάδου από την κυβέρνηση, η οποία μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα διεθνούς ανταγωνιστικότητας όταν ξαναμπούν δυναμικά στο παιχνίδι ανταγωνιστικοί τουριστικοί προορισμοί, όπως της Τουρκίας και χωρών της Β. Αφρικής, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια αντιμετωπίζουν συγκεκριμένα προβλήματα.

Ελπιδοφόρες είναι οι επιδόσεις στον εξαγωγικό τομέα, οι οποίες όμως απέχουν πολύ από τα επίπεδα χωρών όπως η Ισπανία και η Ιρλανδία, οι οποίες βρέθηκαν αντιμέτωπες με μνημονιακές καταστάσεις αλλά στήριξαν την έξοδο από την κρίση στην εξωστρέφεια και στις εξαγωγές, που οδηγούν και στη δημιουργία καλά αμειβόμενων θέσεων απασχόλησης.

Φορολογικός ανταγωνισμός

Παρά το γεγονός ότι η κρίση θα είναι μαζί μας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, για να βγούμε από αυτήν θα πρέπει να εγκαταλείψουμε μία συντηρητική λογική δημοσιονομικής προσαρμογής και να περάσουμε σε δημιουργικές πρωτοβουλίες που θα βελτιώσουν την κατάσταση και θα αλλάξουν την προοπτική.

Το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να πάρουμε μέρος στον φορολογικό ανταγωνισμό που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη στην Ε.Ε. Όλα τα κράτη-μέλη παίρνουν μέτρα για να αποκτήσουν φορολογικό πλεονέκτημα έναντι των εταίρων και ανταγωνιστών και να προσελκύσουν έτσι πρόσθετες επενδύσεις για περισσότερη ανάπτυξη και περισσότερες θέσεις εργασίας.

Ο φορολογικός ανταγωνισμός είναι αδυσώπητος και είναι ανοιχτός και στους μεσαίους και μικρούς «παίκτες», όπως είναι, για παράδειγμα, η Ολλανδία, η Ιρλανδία, το Λουξεμβούργο, η Μάλτα και η Κύπρος.

Υπάρχει σοβαρή πιθανότητα ο φορολογικός ανταγωνισμός να εξελιχθεί σε φορολογικό dumping εξαιτίας του Brexit. Εάν το City του Λονδίνου, που είναι σήμερα το χρηματοπιστωτικό κέντρο της Ευρώπης, θεωρήσει ότι χάνει πολλά εξαιτίας της εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ε.Ε., θα απαντήσει με ένα ακόμη πιο ελκυστικό φορολογικό καθεστώς που θα προκαλέσει έναν φορολογικό ανταγωνισμό προς τα κάτω. Αντί να παρακολουθούμε τις εξελίξεις και να αναρωτιόμαστε γιατί μένουμε συνεχώς πίσω, πρέπει να πάρουμε την πρωτοβουλία των κινήσεων σε όλα τα επίπεδα και να πρωταγωνιστήσουμε στον φορολογικό ανταγωνισμό που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη στην Ε.Ε. Για παράδειγμα, το λιμάνι του Πειραιά πρέπει να ενισχυθεί ως διεθνές ναυτιλιακό κέντρο με τις κατάλληλες φορολογικές κινήσεις, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις πρέπει να απαλλαγούν από υπερβολικά βάρη τα οποία οδηγούν συχνά σε μετεγκατάσταση σε γειτονικές χώρες και να υπάρξουν μέτρα για την προσέλκυση μεγάλων ξένων επενδυτών που θα συμβάλουν στη βελτίωση της εικόνας και της προοπτικής της ελληνικής οικονομίας.

Η μείωση του ΕΝΦΙΑ

Μεγάλης σημασίας για την έξοδο από την οικονομική και κοινωνική κρίση είναι και η μείωση του ΕΝΦΙΑ, με βάση την πρόταση Μητσοτάκη, κατά 30% σε μία διετία.

Είναι ένα αναγκαίο μέτρο για να διευκολυνθεί η άνοδος των τιμών των ακινήτων και της οικοδομικής δραστηριότητας, να προστατευτούν τα δικαιώματα όσων έχουν πάρει στεγαστικά δάνεια και έχουν βάλει τα ακίνητά τους υποθήκη, για επιχειρηματικά κυρίως δάνεια. Έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα, μεθοδεύεται η πτώση των τιμών των ακινήτων σε όφελος των κερδοσκοπικών funds, ενδεχομένως και των τραπεζών. Όσοι δανειολήπτες και οφειλέτες βρίσκονται σε αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους κινδυνεύουν να χάσουν την ακίνητη περιουσία τους και να συνεχίσουν να είναι υπερχρεωμένοι. Το γεγονός ότι οι ίδιες οι τράπεζες καταλήγουν να είναι οι αγοραστές των ακινήτων που βγάζουν σε πλειστηριασμό δείχνει ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια απαράδεκτη οικονομική και κοινωνική κατάσταση.

Η μείωση του ΕΝΦΙΑ θα λειτουργήσει σαν καταλύτης και στην αύξηση των επενδύσεων και της απασχόλησης. Πριν από την κρίση τα ακίνητα και η οικοδομή διατηρούσαν τις επενδύσεις και την απασχόληση σε υψηλά επίπεδα. Είναι φανερό ότι δεν πρέπει να επαναλάβουμε τα φαινόμενα «φούσκας» που εκδηλώθηκαν στον τομέα των ακινήτων, από την άλλη, όμως, πρέπει να βάλουμε τέλος, για οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους, στη φορολογική ισοπέδωση που ξεκίνησε με τα μέτρα του 2011 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, επιβεβαιώνοντας το «ουδέν μονιμότερο του προσωρινού».

Λιγότεροι φόροι, περισσότερα έσοδα

Έχει αποδειχθεί στην πράξη ότι η υπερφορολόγηση δεν οδηγεί στην επίτευξη των στόχων για τα φορολογικά έσοδα, γιατί πέρα από ένα όριο μετατρέπεται σε σοβαρό κίνητρο για την κλιμάκωση της φοροδιαφυγής. Αυτά που συμβαίνουν με την αύξηση του ΦΠΑ στην εστίαση ή την αύξηση της φορολογίας των καυσίμων είναι ενδεικτικά. Επιβάλλονται φορολογικές αλλαγές στην κατεύθυνση της μείωσης των φόρων με στόχο την αύξηση των φορολογικών εσόδων μέσω της βελτίωσης των επιδόσεων της οικονομίας. Επειδή όμως υπάρχει έλλειψη φορολογικής συνείδησης σε μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, αυτές οι κινήσεις πρέπει να συμπληρωθούν με την ενίσχυση των αρμόδιων υπηρεσιών, τον εκσυγχρονισμό τους και τη δυνατότητα παρέμβασης εκεί όπου δημιουργούνται το εισόδημα και ο πλούτος.

Κίνητρα για τις καταθέσεις

Η ζημιά που έπαθε το τραπεζικό σύστημα το 2015 είναι ένας από τους βασικούς λόγους που εξηγούν την παράταση της κρίσης. Απαξιώθηκαν οι τραπεζικές μετοχές και χάθηκαν γύρω στα 35 δισ. δημόσιου χρήματος που είχαν πάει στις προηγούμενες ανακεφαλαιοποιήσεις, παρατηρήθηκε φυγή καταθέσεων της τάξης των 40 δισ. ευρώ, ενώ τα κόκκινα δάνεια έφτασαν στο ποσοστό-ρεκόρ του 45% του συνόλου. Για να καταλάβουμε τη ζημιά που έχει γίνει, αρκεί να συγκρίνουμε τα τραπεζικά μεγέθη με εκείνα της Πορτογαλίας, της οποίας η οικονομία έχει περίπου τις ίδιες διαστάσεις με την ελληνική. Στην Πορτογαλία, όπου το τραπεζικό σύστημα αντιμετωπίζει αρκετές δυσκολίες, τα κόκκινα δάνεια είναι της τάξης του 15%, αναλογικά το ένα τρίτο των ελληνικών, και οι συνολικές καταθέσεις υπολογίζονται στα 230 δισ. ευρώ, γύρω στα 95 δισ. ευρώ παραπάνω από τις ελληνικές. Δεν υπάρχουν, λοιπόν, οι δυνατότητες επαρκούς χρηματοδότησης του παραγωγικού ιδιωτικού τομέα της οικονομίας με ανταγωνιστικά επιτόκια.

Η διαφορά της κρίσης του 2015 με την κρίση του 2012 είναι ότι το 2012 επέστρεψε γρήγορα το μεγαλύτερο μέρος των τραπεζικών καταθέσεων που είχε αποσυρθεί, ενώ από την κρίση του 2015 είναι ζήτημα εάν έχει επιστρέψει το ένα έκτο. Πρέπει να αλλάξει η τιμωρητική προσέγγιση που διώχνει το χρήμα από τις τράπεζες και το στέλνει από το εξωτερικό μέχρι τα στρώματα και να βρεθούν τρόποι επιστροφής των κεφαλαίων από το εξωτερικό στην Ελλάδα και από τα στρώματα στους τραπεζικούς λογαριασμούς. Άλλες ευρωπαϊκές χώρες –χαρακτηριστικό παράδειγμα η Ιταλία– αναπτύσσουν κατά περιόδους τέτοιες πρωτοβουλίες, οι οποίες αποδίδουν.

Αποδείχθηκε στην πράξη ότι η προβολή των λεγόμενων λιστών από την κυβέρνηση δεν οδήγησε σε σημαντική αύξηση των φορολογικών εσόδων, ενώ δημιούργησε ένα κλίμα διατήρησης των χρημάτων αυτών που έχουν οικονομικές δυνατότητες στο εξωτερικό. Έχει δημιουργηθεί μια παράλογη κατάσταση, όπου καταλήγουμε να χρηματοδοτούμε την ανάπτυξη άλλων οικονομιών συντηρώντας μια φοβερή κρίση ρευστότητας στη δική μας οικονομία.

Στροφή στις επενδύσεις

Η κρίση θα συνεχιστεί για όσο διάστημα αδυνατούμε να λύσουμε το πρόβλημα των επενδύσεων. Τα μόνα καλά νέα σε σχέση με τις επενδύσεις έρχονται από την εφαρμογή του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων της κυβέρνησης Σαμαρά, η οποία όμως γίνεται με καθυστέρηση και επιλεκτικά εξαιτίας των αντιρρήσεων σημαντικού τμήματος του ΣΥΡΙΖΑ. Υπάρχουν επίσης σημαντικές επενδύσεις στον τουριστικό τομέα, ο οποίος εμφανίζει θετική δυναμική και ξεπερνάει τα φορολογικά εμπόδια που δημιουργεί συστηματικά η κυβέρνηση. Απέχουμε όμως πάρα πολύ από την αύξηση των επενδύσεων σε ένα επίπεδο που θα στηρίξει τη δυναμική ανάπτυξη της οικονομίας και θα της επιτρέψει να καλύψει την απόσταση που τη χωρίζει από τους Ευρωπαίους εταίρους και ανταγωνιστές. Σύμφωνα με ορισμένους υπολογισμούς, οι επενδύσεις στην Ελλάδα αναλογούν γύρω στο 12% του ΑΕΠ, με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης να τοποθετείται γύρω στο 20% του ΑΕΠ. Θα πρέπει να βρούμε τρόπους να διπλασιαστούν, ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, για να περάσουμε από την επενδυτική καχεξία στη σταθερή και δυναμική ανάπτυξη. Η επιτάχυνση της εφαρμογής του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και η δυναμική συμμετοχή μας στον φορολογικό ανταγωνισμό που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη στην Ε.Ε. θα ανοίξουν τον δρόμο για σημαντική αύξηση των επενδύσεων. Για να φτάσουμε όμως στα υψηλά επίπεδα που έχουμε ανάγκη επιβάλλονται μέτρα που θα δώσουν ώθηση στις επενδύσεις των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, των πολύ μικρών οικογενειακών επιχειρήσεων, στον τομέα των ακινήτων, όπου τον πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν τα νοικοκυριά. Τα ρεκόρ των επενδύσεων δεν γίνονται από λίγες πολύ μεγάλες επενδύσεις αλλά από πάρα πολλές μεσαίες, μικρές και πολύ μικρές. Οι μεγάλες άμεσες ξένες επενδύσεις δημιουργούν κλίμα εμπιστοσύνης και μπορούν να λειτουργήσουν σαν επενδυτικός καταλύτης. Δεν καταργούν όμως την ανάγκη να κατέβουμε στη βάση της οικονομίας και της κοινωνίας για να δημιουργήσουμε την κατάλληλη επενδυτική, αναπτυξιακή δυναμική.

Για να βγούμε από την κρίση πρέπει να βάλουμε τέλος και σε μια περίοδο σταθερής μείωσης των δημοσίων επενδύσεων, η οποία πλέον είναι εντελώς αδικαιολόγητη. Στην αρχή οι δημόσιες επενδύσεις μειώθηκαν με το σκεπτικό της επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων, στη συνέχεια όμως είχαμε ένα νέο ελληνικό παράδοξο συνεχούς μείωσης του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων με ταυτόχρονη επίτευξη δημοσιονομικού υπερπλεονάσματος. Το Δημόσιο πρέπει να προχωρήσει στη μεγάλη αύξηση των επενδυτικών δαπανών του, για να στηρίξει, μεταξύ των άλλων, τις υποδομές και την εκπαίδευση, από τις οποίες εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, η μελλοντική πορεία της οικονομίας.

Η οργάνωση της δεύτερης ευκαιρίας

Στη δημόσια συζήτηση κυριαρχεί το ζήτημα της αναδιάρθρωσης του χρέους του ελληνικού Δημοσίου, ενώ υποβαθμίζεται το ζήτημα της συνεχούς αύξησης του ιδιωτικού χρέους και της έλλειψης δεύτερης ευκαιρίας για τα θύματα της κρίσης.

Το 60% των μικρομεσαίων βαρύνονται με κόκκινα δάνεια και άλλες οφειλές τις οποίες αδυνατούν να διαχειριστούν. Το 80% από αυτούς οδηγήθηκαν, σύμφωνα με υπολογισμούς της Τράπεζας της Ελλάδας, σε εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση εξαιτίας της αλλαγής των οικονομικών συνθηκών, ενώ ένα 20% αξιοποίησε ευκαιρίες σε βάρος του τραπεζικού συστήματος και του κοινωνικού συνόλου.

Στις περισσότερο αναπτυγμένες χώρες της Ε.Ε. υπάρχουν γρήγορες διαδικασίες με τις οποίες επανεντάσσονται στην οικονομία όσοι οδηγήθηκαν σε επιχειρηματικό αδιέξοδο χωρίς να έχουν δόλο. Θεωρείται ότι η επαγγελματική επαναδραστηριοποίησή τους προσφέρει πολλά στην ανάπτυξη, εφόσον έχουν διδαχτεί από τις δυσκολίες και τα λάθη τους και είναι αποφασισμένοι να επιτύχουν.

Στην Ελλάδα επαγγελματίες των οποίων οι επιχειρήσεις οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο λόγω της κρίσης βαρύνονται, σε ατομικό επίπεδο, με απίθανες οικονομικές υποχρεώσεις, τις οποίες είναι πρακτικά αδύνατο να σηκώσουν. Παρά το γεγονός ότι στην Ελλάδα παρατηρήθηκε η μαζικότερη οικονομική αποτυχία στον ιδιωτικό τομέα, καμία κυβέρνηση δεν έχει ενδιαφερθεί για την οργάνωση της δεύτερης ευκαιρίας.

Υπάρχουν συγκεκριμένα μέτρα που μπορούν να βάλουν τέλος στην άδικη οικονομική, φορολογική μεταχείριση όσων οδηγήθηκαν σε επιχειρηματικό αδιέξοδο. Η δεύτερη ευκαιρία για τους πιο δραστήριους από αυτούς μπορεί να έχει τον χαρακτήρα της επιχειρηματικής επαναδραστηριοποίησής τους και για όσους έχουν ξεπεραστεί επαγγελματικά από τις εξελίξεις την απαλλαγή τους από υποχρεώσεις τις οποίες είναι πρακτικά αδύνατο να σηκώσουν και δημιουργούν ανυπέρβλητα προσωπικά και οικογενειακά προβλήματα.

Όσο δεν υπάρχουν θετικές εξελίξεις σε αυτά τα ζητήματα, είναι προκλητικό να συνδέουμε το τέλος του προγράμματος-μνημονίου με το τέλος της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης.

GOUTOS2