Ποιος δεν θέλει τα σχέδια πόλης; - Free Sunday

Free Sunday skin left

Free Sunday skin left

Ποιος δεν θέλει τα σχέδια πόλης;
Το αποτέλεσμα του καθοδηγούμενου σχεδιασμού είναι σχέδια τύπου «σούπα», δηλαδή χωρίς προφανή στόχο, χωρίς ιεράρχηση προτεραιοτήτων και εντέλει χωρίς μέλλον, τινάζοντας στον αέρα την αρτιότητα και την ακεραιότητα του σχεδιασμού.

Ποιος δεν θέλει τα σχέδια πόλης;

Από την εποχή του Πλάτωνα, τότε που διατυπώθηκαν οι πρώτες σκέψεις για την «ιδανική πόλη», πέρασαν 24 αιώνες, στη διάρκεια των οποίων η γη, από 250 εκατομμύρια, έφτασε να κατοικείται από 7,5 δισεκατομμύρια ψυχές, ενώ ο πληθυσμός της, από σχεδόν αποκλειστικά αγροτικός, εδώ και 10 χρόνια μετατράπηκε σε κυρίως αστικό. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, σχεδόν το 55% του πληθυσμού της γης, περίπου 4,1 δισ., ζει σε πόλεις, ποσοστό που στην Ελλάδα αγγίζει το 78%, σχεδόν 8,5 εκατομμύρια κάτοικοι.

Οι πόλεις, λοιπόν, θα είναι το θέμα που θα μας απασχολεί όλο και εντονότερα. Κάποτε η ίδρυση και η επέκταση μιας πόλης ήταν ένα αμιγώς πολιτικό-στρατιωτικό θέμα, ενώ η οργάνωσή της, το «σχέδιο», ήταν καθαρά θέμα έμπνευσης των συμβούλων της διοίκησης. Τώρα πλέον η πολεοδομία και ο γενικότερος σχεδιασμός του χώρου πήρε τη μορφή μιας τεχνικής και πολιτικής διεργασίας με στόχο την ανάπτυξη, τη χρήση και την προστασία της αστικής γης, της εξασφάλισης της αγροτικής παραγωγής και της βιώσιμης χρήσης του περιβάλλοντος.

Όμως, επειδή ακριβώς ο πολεοδομικός σχεδιασμός καθοδηγεί την εξέλιξη των αστικών, των προαστιακών και των αγροτικών περιοχών της χώρας, ευθύνεται και για τον προγραμματισμό για τη χρήση και την ανάπτυξη των φυσικών πόρων, της αγροτικής και της γεωργικής γης, καθώς και για την προστασία των περιοχών με φυσική και περιβαλλοντική σημασία.

Με λίγα λόγια, ο σχεδιασμός του χώρου είναι συνδεδεμένος με την οικονομική ανάπτυξη και –υπό προϋποθέσεις– μπορεί να την προκαλέσει ή και να την αναστείλει. Κάτω από αυτό το πρίσμα, οι πολιτικές παρεμβάσεις στον πολεοδομικό σχεδιασμό είναι όλο και συχνότερες και συμβαίνουν όταν η διοίκηση ασκεί τη δύναμη και την επιρροή της για να διαταράξει ή να παρεμποδίσει τη διαδικασία του πολεοδομικού σχεδιασμού προκειμένου να ικανοποιήσει εφήμερες πολιτικές προτεραιότητες (εκλογές) ή για να παρέμβει με σκοπό να εξασφαλιστεί η μεροληψία υπέρ συγκεκριμένων ομάδων (πολιτικό ακροατήριο).

Οι παρεμβάσεις στον πολεοδομικό σχεδιασμό είναι κατά κανόνα αθέμιτες και προκαλούν έναν κακό, ανεπίκαιρο σχεδιασμό, φέρνοντας τα στελέχη της διοίκησης σε αμηχανία, με αποτέλεσμα την ατολμία στη λήψη αποφάσεων και, συνολικά, την υπέρμετρη καθυστέρηση στην παραγωγή υποδομών, την απώλεια πόρων και εντέλει την παρακώλυση της αναπτυξιακής διαδικασίας.

Το αποτέλεσμα του καθοδηγούμενου σχεδιασμού είναι σχέδια τύπου «σούπα», δηλαδή χωρίς προφανή στόχο, χωρίς ιεράρχηση προτεραιοτήτων και εντέλει χωρίς μέλλον, τινάζοντας στον αέρα την αρτιότητα και την ακεραιότητα του σχεδιασμού. Το κακό (και ακόμη περισσότερο το ανύπαρκτο) σχέδιο πόλης έχει σοβαρές επιπτώσεις στην ασφάλεια των οικιστικών περιοχών για έναν επιπλέον λόγο: απενοχοποιεί την αυθαιρεσία.

Δυστυχώς, οι πιέσεις συχνά προέρχονται από εμάς τους ίδιους, από την εκλογική περιφέρεια όπου οι υποψήφιοι μοιράζουν υποσχέσεις χωρίς να γνωρίζουν με ποιον τρόπο ή εάν όντως μπορούν να τις εκπληρώσουν. Αργά ή γρήγορα, αυτές οι υποσχέσεις μετατρέπονται σε μοχλό άσκησης πίεσης με όχι σπάνιο αποτέλεσμα την καθυστέρηση ή και την ακύρωση του πολεοδομικού σχεδιασμού, τη σπατάλη πόρων και την ανατροπή χρονοδιαγραμμάτων και προϋπολογισμών. Κατά τον απολογισμό, πόσες φορές δεν ανακαλύψαμε ότι κάποιο έργο για να ολοκληρωθεί χρειάστηκε τον διπλάσιο χρόνο και τα τετραπλάσια χρήματα από αυτά που υπολογίζαμε; Πόσες ακόμη πλημμύρες και πόσες πυρκαγιές θα πρέπει να υποστούμε μέχρι να καταλάβουμε ότι ο ακηδεμόνευτος σχεδιασμός μόνο πολυτέλεια δεν είναι;

Μια προεκλογική χρονιά σαν το 2019 προσφέρεται για να δεσμευτούν οι καλοπροαίρετοι υποψήφιοι ότι θα δουλέψουν ακούραστα προκειμένου να τιμήσουν το άρθρο 24 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο θεμελιώδης υποχρέωση της πολιτείας είναι η εξυπηρέτηση της λειτουργικότητας των οικισμών και η εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων διαβίωσης των κατοίκων τους.