Η θεσμική ανατίναξη της χώρας - Free Sunday
Η θεσμική ανατίναξη της χώρας
Η δίκη της Χρυσής Αυγής είναι το πιο απτό παράδειγμα των ρυθμών στην απονομή της δικαιοσύνης

Η θεσμική ανατίναξη της χώρας

Η τεράστια καθυστέρηση στις διαδικασίες απονομής της δικαιοσύνης αποτέλεσε μία από τις πρώτες διαπιστώσεις της τρόικας, μετά την ένταξη της χώρας στο πρώτο μνημόνιο.

Η τεράστια καθυστέρηση στις διαδικασίες απονομής της δικαιοσύνης αποτελεί και σήμερα βασική διαπίστωση ημών των ιδίων, μετά την έξοδο της χώρας από το τρίτο μνημόνιο.

Ως μνημόνιο ορίζεται μια σειρά αλλαγών που δεσμευτήκαμε να κάνουμε ως χώρα, προκειμένου να ορθοποδίσουμε (και) οικονομικά. Στο θέμα του ρυθμού απονομής της δικαιοσύνης, σημαντικό αποτέλεσμα δεν υπήρξε, άρα αποτύχαμε. Έτσι απλά. Όπως μπήκαμε στα μνημόνια, έτσι βγήκαμε.

Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δημιουργεί αίσθημα ασφάλειας στον πολίτη, δημιουργεί εμπιστοσύνη στους επενδυτές, μειώνει χαμένες ώρες εργασίας, ελαχιστοποιεί τις ζημιές από την ανώμαλη εξέλιξη των ανθρώπινων σχέσεων.

Πλην, όμως, του Έλληνος ο τράχηλος ζυγό δεν υπομένει και σιγά μην κάναμε ό,τι μας λέγανε οι «τοκογλύφοι δανειστές». Και τώρα που οι τοκογλύφοι έγιναν εταίροι και μας «επαινούν», βρήκαμε τον χώρο να κάνουμε και τις συνηθισμένες μικροπολιτικές ζαβολιές μας. Πίσω ολοταχώς στις συμπεριφορές του καιρού της ευημερίας των δανεικών.

Κώδικας ονομάζεται ένα σύνθετο νομοθέτημα που προορίζεται να ρυθμίσει με τρόπο ολοκληρωμένο ένα μεγάλο κεφάλαιο των ανθρώπινων σχέσεων. Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας ρυθμίζει τον τρόπο με τον οποίο γίνονται οι δίκες που αφορούν (συνοπτικά) τις προσωπικές σχέσεις, τις πάσης φύσεως οικονομικές και τις σχέσεις ιδιοκτησίας. Ο ισχύων μέχρι την είσοδο στο πρώτο μνημόνιο είχε θεσπιστεί το 1953. Η μακρά εφαρμογή του ανέδειξε αναντιστοιχίες και προβλήματα εκσυγχρονισμού, τα οποία επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστούν με επιμέρους τροποποιήσεις, οι οποίες δεν έλυναν ουσιαστικά κανένα πρόβλημα και απλώς δημιουργούσαν ανασφάλεια δικαίου.

Η τρόικα μας υποχρέωσε να κάνουμε από την αρχή έναν Κώδικα Δικών, ώστε να υπάρχει αρχή, μέση και τέλος και να επιχειρηθεί στα σοβαρά η επιτάχυνση απονομής της δικαιοσύνης. Τον κώδικα συνέταξε, επί κυβερνήσεως Σαμαρά-Βενιζέλου, μια επιτροπή στην οποία συμμετείχαν μεταξύ άλλων και δύο καθηγητές πανεπιστημίου, εγνωσμένου μεν κύρους, πλην όμως στελέχη τραπεζών. Ο επερχόμενος με φόρα τότε ΣΥΡΙΖΑ κατήγγειλε το έκτρωμα των «τραπεζών» που θα έπαιρνε τα σπίτια του κόσμου και θα οδηγούσε τα λεφτά των πλειστηριασμών στις τράπεζες αντί του Δημοσίου.

Παρ’ ότι ο κώδικας επέκτεινε την υποχρεωτική παράσταση με δικηγόρο στα δικαστήρια, το νομοθέτημα χαρακτηρίστηκε αντιδικηγορικό. Ήταν κι αυτό στη μόδα της εποχής. Οι δικηγορικοί σύλλογοι, πρωτοπορώντας, οργάνωσαν πανελλήνιο δημοψήφισμα, το οποίο απέρριψε τον κώδικα με ποσοστό 95%. Διότι το διακύβευμα ουσιαστικά ήταν να πέσει η τότε κυβέρνηση, έστω κι αν χρειάστηκε να καταεξευτελιστεί το δικηγορικό σώμα. Μια δήθεν «ελίτ», η οποία ανταμείφθηκε στη συνέχεια με το γδάρσιμο που επέφερε ο ασφαλιστικός νόμος Κατρούγκαλου.

Η κυβέρνηση Σαμαρά δεν πρόλαβε να ψηφίσει τον κώδικα, διότι έπεσε, αλλά ο ίδιος ακριβώς κώδικας ψηφίστηκε «με έναν νόμο και ένα άρθρο» από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στο πλαίσιο του δικού της μνημονίου. Και ισχύει κανονικά μέχρι σήμερα.

Το νομοθέτημα αποδείχθηκε αρκετά καλό και λειτουργικό, επιλύοντας και ζητήματα που είχε επισημάνει η νομική κοινότητα σε ανύποπτο χρόνο. Δεν επέλυσε βέβαια πλήρως το ζήτημα των καθυστερήσεων, διότι πολύ απλά η επίλυσή του δεν είναι μόνο θέμα διαδικασίας δικών, αλλά κυρίως απλοποίησης και κατάργησης των άπειρων και αντιφατικών νομοθετημάτων και σε ένα σημείο εξειδίκευσης και κατάρτισης των δικαστών. Εννοείται βέβαια πως στη συνέχεια η κυβέρνηση της Αριστεράς «πέρασε» δυο-τρεις αποσπασματικές τροποποιήσεις που πέτυχαν τον «αφοπλισμό» των πλειστηριασμών (διά της καθιερώσεως υψηλής τιμής διενέργειας).

Σήμερα τρέχει το θέμα της αναθεώρησης του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Και αυτά ως νομοθετήματα χρειάζονται εκσυγχρονισμό και σε αυτά υπάρχουν καταγεγραμμένες οι παρατηρήσεις της νομικής κοινότητας για τη βελτίωσή τους, εδώ και χρόνια.

Τα σχέδια που κατατέθηκαν δεν είναι εξ ορισμού άσχημα. Επιχειρούν μια ενδιαφέρουσα αλλαγή στον τρόπο αντιμετώπισης του εγκλήματος, εστιάζοντας σε μικρότερες ονομαστικά ποινές, που όμως θα εκτίονται πραγματικά, και όχι σε ονομαστικά μεγάλες ποινές, που είτε αναστέλλονται είτε μετατρέπονται σε χρήμα.

Τα έκαψε, φοβούμαι, πάλι, ο τρόπος που χειρίστηκε το θέμα τους η κυβέρνηση. Κατέθεσε τους κώδικες σε δημόσια διαβούλευση μόνο για είκοσι μέρες, χωρίς προηγουμένως να έχει συνεργαστεί σοβαρά με τους εμπλεκόμενους φορείς. Χωρίς να αναζητήσει συναίνεση και επιστημονική δημόσια υποστήριξη. Άφησε χώρο στον καθέναν να υποθέτει ότι η διαφαινόμενη χαλάρωση ορισμένων ποινών γίνεται για να πέσουν στα μαλακά κατηγορούμενοι σε υποθέσεις ενδιαφέροντός της. Μετά την κατακραυγή, η κυβέρνηση δηλώνει ότι θα ακούσει τους φορείς. Πλην, όμως, είναι αργά. Η καχυποψία εμπεδώθηκε.

Ταυτόχρονα, μετά από τετραετή ταλαιπωρία, ολοκληρώθηκε η διαδικασία εκκίνησης της αναθεώρησης του Συντάγματος. Σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας η κυβέρνηση αρνήθηκε οποιαδήποτε συνεργασία και διαβούλευση με τα κόμματα και την επιστημονική κοινότητα και επιχείρησε να προπαγανδίσει και να περάσει μόνο τη δική της «αλήθεια». Στην πραγματικότητα, γνωρίζοντας ότι δεν διαθέτει την αναγκαία πλειοψηφία, επιχείρησε (θα φανεί αν το πέτυχε) να αποτρέψει την αναθεώρηση του Συντάγματος για τουλάχιστον δέκα χρόνια σε κρίσιμους τομείς. Αιχμή, η μη αναθεώρηση του άρθρου 16, ώστε να εξακολουθούν να μην μπορούν να ιδρυθούν ιδιωτικά πανεπιστήμια, όπως και κάποιες ενδιαφέρουσες προτάσεις της αντιπολίτευσης για την επιβολή δημοσιονομικής πειθαρχίας και ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, ο περιορισμός της δυνατότητας της κυβέρνησης να διορίζει την ηγεσία της Δικαιοσύνης.

Αν η επόμενη κυβέρνηση δεν συνεχίσει τη διαδικασία και την ξεκινήσει από την αρχή, κάποιος χρόνος ίσως κερδηθεί. Παραμονεύει όμως η απλή αναλογική στις μεθεπόμενες εκλογές και οι συσχετισμοί δύσκολα θα βγουν.

Όλα τα παραπάνω είναι θεσμικές παρεμβάσεις που ονομαστικά δεν μετριούνται σε χρήμα, στην πράξη όμως συνεπάγονται τεράστια (και οικονομικά) οφέλη ή ζημιές, ανάλογα με το αν η χώρα αποφασίζει να πορεύεται με νομοθετήματα και νοοτροπίες της προηγούμενης πεντηκονταετίας ή αποφασίζει να προσαρμόσει τους βασικούς κανόνες λειτουργίας της στις σύγχρονες απαιτήσεις ενός κόσμου που μεταβλήθηκε ραγδαία λόγω της άνθησης της πληροφορικής και των μεταφορών και πλέον μεταλλάσσεται με ταχύτατους ρυθμούς.

Η παρούσα κυβέρνηση, δυστυχώς, κατάφερε να «κάψει» κάθε προσπάθεια σοβαρού θεσμικού εκσυγχρονισμού και στον τομέα της Δικαιοσύνης και, κυρίως, της συνταγματικής οργάνωσης της χώρας. Στην πραγματικότητα, «έκαψε» μια ακόμη παράμετρο που θα βοηθούσε τη χώρα να ορθοποδίσει μια ώρα αρχύτερα. Σε συνθήκες χρεοκοπίας, είναι έγκλημα να πορεύεσαι με διαδικασίες και αντιλήψεις της προηγούμενης χιλιετίας και αφέλεια να πιστεύεις ότι η παραμονή σε αυτές θα οδηγήσει σε ευτυχία.

Ακόμη χειρότερα, η διατήρηση των στεγανών (λέγε με οικονομικό συμφέρον) σε νευραλγικούς τομείς της κοινωνίας και της οικονομίας δημιουργεί το αντίστροφο από αυτό που κάποτε ορίζαμε ως κοινωνία των δύο τρίτων. Κάποιοι λίγοι θα ζουν καλά και οι πολλοί απλώς θα επιβιώνουν βράζοντας στο ζουμί τους.

Ένα –αόρατο στους πολλούς– τείχος οπισθοδρόμησης σηκώνεται μεθοδικά και στον τομέα της Δικαιοσύνης και στον τομέα του Συντάγματος, γιατί, απλά, αυτή η κυβέρνηση δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο.