Περιμένοντας τον Κυριάκο - Free Sunday
Περιμένοντας τον Κυριάκο
Όλα δείχνουν κυβέρνηση Μητσοτάκη για την επόμενη τετραετία.

Περιμένοντας τον Κυριάκο

Όταν πήρα πρωτοβουλία υπέρ της υποψηφιότητας Μητσοτάκη για την ηγεσία της ΝΔ, είχα επισημάνει ότι ένα από τα πλεονεκτήματά του ήταν η πολιτική αντοχή του.

Όπως είχα αναλύσει στη «Free Sunday», η κάλυψη μιας απόστασης 8 μονάδων από τη δεύτερη ΝΔ στη διάρκεια μιας τετραετίας δεν έπρεπε να θεωρείται δεδομένη. Μπορεί οι μνημονιακές συνθήκες να διευκολύνουν γρήγορες και μεγάλες αλλαγές στον συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των κομμάτων, οι 8 μονάδες όμως –ο ΣΥΡΙΖΑ στο 36% και η ΝΔ στο 28%– ήταν μια τεράστια εκλογική απόσταση που δεν ήταν βέβαιο ότι θα μπορούσε να καλυφθεί μια κι έξω.

Κατά την άποψή μου, λοιπόν, η ΝΔ χρειαζόταν έναν ηγέτη που θα της δημιουργούσε θετική πολιτική δυναμική, ταυτόχρονα όμως θα μπορούσε να αντέξει και μια ήττα με μικρή διαφορά.

Οι εκτιμήσεις μου αποδείχθηκαν απαισιόδοξες, μια και ο Μητσοτάκης φέρνει μόνο νίκες στη ΝΔ, όπως φάνηκε στις 26 Μαΐου, με τον «γαλάζιο» θρίαμβο στις ευρωεκλογές, στις περιφερειακές και στις αυτοδιοικητικές εκλογές.

Έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου όλα δείχνουν επικράτηση Μητσοτάκη-ΝΔ στις βουλευτικές της 7ης Ιουλίου και όλοι προσαρμόζονται σε αυτή την προοπτική.

Πιο έγκυρο από γκάλοπ

Η αίσθηση ότι έρχεται ο Μητσοτάκης δημιουργείται πρώτα απ’ όλα από το αποτέλεσμα της τριπλής εκλογικής αναμέτρησης της 26ης Μαΐου.

Η διαφορά στις ευρωεκλογές ήταν πάνω από 9 μονάδες και αιφνιδίασε δυσάρεστα το Μαξίμου. Στις περιφερειακές και αυτοδιοικητικές εκλογές επιβεβαιώθηκε ότι η ΝΔ έχει βαθιές ρίζες στην κοινωνία, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει εσωστρεφής και ελέγχεται από τον μηχανισμό του κόμματος του 4%.

Τα εκλογικά αποτελέσματα έχουν μεγαλύτερη πολιτική σημασία από τις δημοσκοπήσεις και αυτές όμως δημιουργούν μια εικόνα άνετης επικράτησης Μητσοτάκη-ΝΔ.

Πρώτον, η ψαλίδα υπέρ της ΝΔ είναι, ανάλογα με τη δημοσκόπηση, από τις 8 έως τις 11 μονάδες.

Δεύτερον, τα λεγόμενα ποιοτικά χαρακτηριστικά είναι πολύ υπέρ Μητσοτάκη και ΝΔ και γίνονται ολοένα πιο ευνοϊκά γι’ αυτήν.

Η πρωθυπουργική εικόνα του Μητσοτάκη είναι πολύ ισχυρότερη από εκείνη του πρωθυπουργού κ. Τσίπρα. Στην παράσταση νίκης η ΝΔ έχει σπάσει όλα τα ρεκόρ, με τους πολίτες να προεξοφλούν τη νίκη της σε ποσοστά της τάξης 70% έως 85%.

Τρίτον, η δεξαμενή των αναποφάσιστων, στην οποία τόσες ελπίδες στηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι και αυτή νεοδημοκρατικής απόκλισης. Σύμφωνα με την έρευνα της Pulse για τον ΣΚΑΪ, το 36% των ψηφοφόρων που κινούνται στη λεγόμενη γκρίζα ζώνη προτιμά μια κυβέρνηση με κορμό τη ΝΔ ή μια αυτοδύναμη κυβέρνηση της ΝΔ. Το αντίστοιχο ποσοστό για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι μόλις 17%.

Τέταρτον, οι βασικές θέσεις Μητσοτάκη –για παράδειγμα, η ανάγκη αυτοδύναμης σταθερής κυβέρνησης για την επόμενη τετραετία– περνάνε ολοένα περισσότερο στον λαό, όπως καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις.

Πέμπτον, τα δημοσκοπικά ποσοστά της ΝΔ έχουν αφήσει πίσω τους το 35% και κοιτάνε προς το 40%. Όλες οι δημοσκοπήσεις τής δίνουν αυτοδυναμία, από οριακή μέχρι άνετη, ανάλογα και με το πόσα κόμματα θα περάσουν το όριο του 3% και θα εκπροσωπηθούν στη Βουλή.

Οι δημοσκοπήσεις δεν είναι συμβόλαια με την εξουσία και δεν επιτρέπεται να επικρατήσει στον χώρο της ΝΔ εφησυχασμός και η λογική του τηλεοπτικού καναπέ.

Εκλογικά αποτελέσματα, δημοσκοπήσεις, ενδείξεις, αναλύσεις, συγκλίνουν, πάντως, στο ότι έρχονται η μεγάλη νίκη της ΝΔ και ο προσωπικός πολιτικός θρίαμβος του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Η προσαρμογή των άλλων

Προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι και οι άλλες πολιτικές δυνάμεις προσαρμόζονται στην προοπτική επικράτησης Μητσοτάκη-ΝΔ.

Ο κ. Καμμένος και ο κ. Θεοδωράκης, που λειτουργούσαν, ο καθένας με τον τρόπο του, ανταγωνιστικά προς τη ΝΔ, έθεσαν εαυτούς εκτός πολιτικής λόγω έλλειψης δυνάμεων και προοπτικής.

Το Κίνημα Αλλαγής απαλλάχθηκε από τον κ. Βενιζέλο για να ενισχύσει υποτίθεται το αριστερό προφίλ του και να κάψει τις γέφυρες με τη ΝΔ, η κ. Γεννηματά όμως βρέθηκε στην ανάγκη να πει ότι το κόμμα της θα μπορούσε να στηρίξει μια κυβέρνηση μειοψηφίας της ΝΔ. Τέτοια είναι η δυναμική που εκδηλώνεται στη βάση του ΚΙΝΑΛ υπέρ βελτίωσης των σχέσεων με τη ΝΔ και ρήξης με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Ακόμη και ο κ. Τσίπρας έχει προσαρμόσει την εκλογική τακτική και στρατηγική του στο αναπόφευκτο, την επικράτηση Μητσοτάκη-ΝΔ.

Με βάση όσα λέει στους Ευρωπαίους, επιδιώκει να αναδείξει τον ΣΥΡΙΖΑ σε μεγάλη σοσιαλδημοκρατική δύναμη της αντιπολίτευσης με ένα ποσοστό που θα ξεπερνάει το 25%, ενδεχομένως να πλησιάσει και το 30%, το οποίο είναι αξιοσέβαστο με τα κριτήρια της ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς.

Είναι βέβαιο ότι ο κ. Τσίπρας θα επιδιώξει την παραπέρα ανάπτυξη των ήδη καλών σχέσεων του ΣΥΡΙΖΑ με τους Ευρωσοσιαλιστές, δεν έχει όμως προσδιοριστεί ακόμη πότε θα αποχωρήσει από την Ευρωομάδα της Αριστεράς.

Άλλη έμμεση αναγνώριση της επικείμενης επικράτησης Μητσοτάκη-ΝΔ είναι η προεκλογική τακτοποίηση εκκρεμοτήτων από το κομματικό κράτος του ΣΥΡΙΖΑ, που ξεκινάνε από τους μαζικούς διορισμούς στο Δημόσιο και φτάνουν στην εξυπηρέτηση συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων.

Μέχρι και ισχυρά ΜΜΕ που είχαν μπει δυναμικά στο παιχνίδι της εξουσίας υπέρ Τσίπρα-ΣΥΡΙΖΑ αισθάνονται τώρα την ανάγκη να κρατήσουν προεκλογικές αποστάσεις ασφαλείας και να αντιμετωπίσουν ευνοϊκότερα τον κ. Μητσοτάκη και τη ΝΔ. Μπορεί να εξυπηρετήθηκαν, σε περιπτώσεις σκανδαλωδώς, από την κυβέρνηση Τσίπρα, αντιλαμβάνονται όμως τώρα ότι έχουν μπροστά τους μία τετραετία Μητσοτάκη με μεγάλη οικονομική πίεση εξαιτίας των προβλημάτων του κλάδου και χωρίς τα διαπλεκόμενα δώρα του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο διεθνής παράγοντας

Μητσοτάκη-ΝΔ βλέπουν όλοι και στο εξωτερικό. Οι αγορές αντιδρούν ιδιαίτερα θετικά στην προοπτική, με αποτέλεσμα να ενισχύονται οι πτωτικές τάσεις στα επιτόκια δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου.

Τα έγκυρα διεθνή ΜΜΕ και ο οικονομικός Τύπος παρουσιάζουν με θετικό τρόπο το μεταρρυθμιστικό προφίλ του κ. Μητσοτάκη και τη μετατόπιση των ψηφοφόρων, ειδικά των μη προνομιούχων, από τον ΣΥΡΙΖΑ στη ΝΔ, η οποία υπόσχεται ένα νέο ξεκίνημα για την οικονομία και την κοινωνία.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η στήριξη στον Τσίπρα μοιάζει ήδη με μακρινό πολιτικό παρελθόν και όλοι προετοιμάζονται για τη συνεργασία με την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Οι Ευρωπαίοι πήραν αυτά που ήθελαν από τον Τσίπρα σε ό,τι αφορά τα Σκόπια και τώρα δηλώνουν ότι δεν βιάζονται να ξεκινήσουν τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις.

Στο μέτωπο της οικονομίας οι Ευρωπαίοι εταίροι και πιστωτές επέτρεψαν αρκετούς προεκλογικούς ελιγμούς στον κ. Τσίπρα και, απ’ ό,τι φαίνεται, θα αφήσουν αρκετά μεγάλη ελευθερία κινήσεων στον κ. Μητσοτάκη, εφόσον θα κινηθεί στην κατεύθυνση των μεταρρυθμίσεων, του δημοσιονομικού εξορθολογισμού, των επενδύσεων και της ανάπτυξης. Η ευκολία με την οποία έδωσαν πρόσθετο χρόνο στην κυβέρνηση της Ιταλίας για να βάλει σε τάξη τα δημοσιονομικά της αυξάνει τις πιθανότητες για καλή και δημιουργική συνεννόηση Βρυξελλών και Αθήνας μετά τον σχηματισμό της κυβέρνησης Μητσοτάκη.