Η καταστροφή ως ευκαιρία - Free Sunday
Η καταστροφή ως ευκαιρία

Η καταστροφή ως ευκαιρία

Μία από τις βασικές διευθετήσεις που έγιναν στη διάρκεια του πρώτου και του τρέχοντος κλειδώματος ήταν η μετάθεση στον χρόνο των υποχρεώσεων από τις επιταγές. Ο νόμος λέει ότι η επιταγή είναι πληρωτέα «εν όψει». Δηλαδή πληρωτέα ανά πάσα στιγμή, ασχέτως του τι ημερομηνία φέρει. Η επιταγή, κανονικά, είναι ζεστό χρήμα και όχι υπόσχεση πληρωμής, όπως η συναλλαγματική. Θεωρητικά, αν δεν έχεις λεφτά, δεν εκδίδεις επιταγή. Εθιμικά επικράτησε να τηρούν οι συναλλασσόμενοι τις αναγραφόμενες ημερομηνίες και να μην εμφανίζουν τις επιταγές νωρίτερα από την αναγραφόμενη ημερομηνία.

Με την άνθηση των τραπεζικών εργασιών τα τελευταία, προ της κρίσης χρόνια, το φαινόμενο των μεταχρονολογημένων επιταγών πήρε τεράστιες διαστάσεις και έγινε το κύριο μέσο «πληρωμής». Οι τρίμηνες, εξάμηνες και σε πολλές περιπτώσεις ετήσιες επιταγές επικράτησαν. Σε τούτο συνέβαλε και η δυνατότητα των επιχειρήσεων να δίνουν τις μεταχρονολογημένες επιταγές στην τράπεζα ως εγγύηση για να δανείζονται.

Λίγο πριν από την έναρξη της κρίσης το φούσκωμα της αγοράς είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις και ουσιαστικά ο ένας χρωστούσε στον άλλον και όλοι μαζί στις τράπεζες. Σε ένα μεγάλο ποσοστό η αγορά λειτουργούσε με ανακυκλούμενο από τα δανεικά αέρα. Όταν ξέσπασε η κρίση, επισήμως το 2010, στην πράξη ήδη από τα τέλη του 2008, οι τράπεζες έκοψαν τις χορηγήσεις και η αγορά έμεινε με τον αέρα, δηλαδή τις μεταχρονολογημένες επιταγές που δεν πληρώθηκαν ποτέ.

Και ενώ θα περίμενε κανείς το φαινόμενο να εξαφανιστεί, συνέβη το αντίθετο. Τον πρώτο καιρό της κρίσης όλοι ήταν διστακτικοί στη λήψη μεταχρονολογημένων επιταγών, αλλά στην πορεία ξεθάρρεψαν. Και φτάσαμε, δέκα χρόνια μετά, να νομοθετεί το κράτος πάγωμα των υποχρεώσεων λόγω πανδημίας και μία και δεύτερη φορά μέσα στον ίδιο χρόνο. Κοινώς, να προστατέψει τη φούσκα, μικρότερη μεν, αλλά φούσκα. Χάθηκε η ευκαιρία, όταν η αγορά σχεδόν μηδένισε το 2010, να απαγορευτεί διά ροπάλου η έκδοση μεταχρονολογημένης επιταγής, σκόπιμο είναι να μη χαθεί ξανά. Ο αέρας πρέπει να μαζευτεί από την αγορά, γεγονός που θα επιβάλει σε όσους συναλλάσσονται να είναι διπλά προσεκτικοί στις κινήσεις και στις συναλλαγές τους. Καλό θα είναι, επίσης, η έκδοση ακάλυπτης και ποτέ μεταχρονολογημένης επιταγής να συνοδευτεί με άμεσες και σοβαρές διοικητικές και ποινικές συνέπειες.

Ανάλογο φαινόμενο διατήρησης φούσκας μάς έχει προκύψει και με τα ενοίκια και τα ακίνητα. Το κράτος λόγω πανδημίας επέβαλε μείωση ενοικίων, δύο φορές μέσα στον χρόνο, και επιστρέφει το ίδιο τη χασούρα στους ιδιοκτήτες. Είναι ο «εισοδηματίας» επάγγελμα; Βεβαίως ναι. Είναι παραγωγικό επάγγελμα; Βεβαίως όχι. Ο ιδιοκτήτης ενός «καλού» καταστήματος απαιτεί, μέσω του ενοικίου, να είναι ουσιαστικά συνεταίρος του επιχειρηματία. Συνεταίρος με μηδενικό ρίσκο, αποσυνδεδεμένος από την πορεία της επιχείρησης. Το ωραίο είναι ότι το ενοίκιο φορολογείται αυτοτελώς με μειωμένο συντελεστή, ενώ ο επιχειρηματίας βαρύτατα ακόμη.

Στα πρώτα χρόνια μετά την είσοδο στο ευρώ, τα χαμηλά επιτόκια και η επέκταση του τραπεζικού δανεισμού έκαναν τα δάνεια συμφέροντα, μια και η δόση του δανείου για σπίτι ήταν φτηνότερη από τα ως τότε ενοίκια. Κάποιοι βρέθηκαν με δύο σπίτια, το πατρικό και το αγορασμένο. Για λίγο, τα ενοίκια έπεσαν, αφού όλοι έτρεχαν να αγοράσουν και κανείς να ενοικιάσει. Μόνο που δεν ήταν σίγουρο ότι αυτό θα διαρκούσε για 20 και 25 χρόνια, που θα διαρκούσε η αποπληρωμή των δανείων. Οι οριζόντιες απαγορεύσεις πλειστηριασμών και ο νόμος Κατσέλη, στη συνέχεια, επέτρεψαν σε όσους δεν μπορούσαν να πληρώσουν τα δανεισμένα σπίτια να τα κρατήσουν και μάλιστα με πολύ φτηνό έως καθόλου αντάλλαγμα. Η βαριά φορολογία που ήρθε ως συνέπεια της κρίσης οδήγησε πολλούς να αναζητούν ενοικιαστή μόνο για να πληρώνει τους φόρους και τα έξοδα του ακινήτου. Αυτοί όμως που και δεν πλήρωναν τα δάνεια και δεν κινδύνευαν κιόλας έβγαιναν ωφελημένοι, μια και οι όποιοι φόροι ήταν πολύ φτηνότεροι από τις δόσεις των δανείων ή από το ενοίκιο που θα πλήρωναν αν έχαναν το σπίτι. Κάπως έτσι, έμειναν οι «αξίες» ψηλά, αφού προσφορά δεν υπήρξε όση θα έπρεπε. Κοινώς, δεν έγινε αναγκαστική πώληση. Μόλις εμφανίστηκαν οι πλατφόρμες τύπου Airbnb, τα ενοίκια ξαναπήραν την ανηφόρα, αφού οτιδήποτε ήταν αδιάθετο απέκτησε τη δυνατότητα να γίνει ξενοδοχείο και να φέρει εισόδημα, φορολογούμενο κι αυτό (!) με μειωμένο συντελεστή. Καταλήξαμε, πριν φύγει η κρίση κι ενώ μαίνεται η πανδημία, ένα ενοίκιο για ένα μεσαίο και παλιό σπίτι να ισούται πάλι με έναν τρέχοντα μισθό.

Η πανδημία μαίνεται, ολόκληροι κλάδοι της οικονομίας αργούν, είναι εξαιρετικά αμφίβολο το αν και πότε θα επανεκκινήσουν και, κυρίως, σε ποιο μέγεθος θα βρίσκονται. Είναι κοινή πεποίθηση ότι μεγάλο μέρος των επιχειρήσεων δεν θα ξανανοίξει, όποτε επέλθει η λεγόμενη κανονικότητα. Και όσο αργεί η κανονικότητα, τόσο μεγαλύτερες θα είναι οι απώλειες, οι κλειστές επιχειρήσεις και οι χαμένες θέσεις εργασίας.

Σκόπιμο είναι να προβληματιστούμε, τώρα που αναγκαστικά υπολειτουργούμε, αν αξίζει τον κόπο να διατηρήσουμε τις κακές πρακτικές και νοοτροπίες που μόνο καλό δεν έκαναν στα χρόνια που κυριάρχησαν. Έδωσαν μια επίπλαστη ευκολία και μια εύθραυστη ευημερία για κάποια χρόνια, αλλά αποδείχθηκαν απολύτως αδύναμες να κρατήσουν την οικονομία σε καλή κατάσταση, όταν προέκυψε κρίση.

Η πολιτεία είναι υποχρεωμένη, αυτή και μόνο τη στιγμή, να στηρίξει τις υφιστάμενες καταστάσεις, γιατί δεν είναι η στιγμή για πρόσθετους κραδασμούς. Είναι όμως σκόπιμο, όταν τα πράγματα καλυτερέψουν, να εξετάσουμε σοβαρά το ενδεχόμενο να εξαλείψουμε κακές πρακτικές του παρελθόντος. Να καταργήσουμε τις μεταχρονολογημένες επιταγές, ώστε να αναγκαστούν όλοι να γίνουν σοβαρότεροι στις συναλλαγές τους. Εδώ, σημαντικό ρόλο μπορούν να παίξουν και οι τράπεζες, αν αρνηθούν να τις δέχονται. Να πάψουμε να χειριζόμαστε ως προνομιούχο τον «εισοδηματία», δηλαδή αυτόν που δεν επιχειρεί και κερδίζει καθήμενος και από τη δουλειά του άλλου.

Με τον όποιον εξορθολογισμό της λειτουργίας των επιταγών και της φορολογίας των ενοικίων (και του ακινήτου ευρύτερα), σε συνάρτηση και με την επιχειρηματικότητα, είναι βέβαιο ότι θα αλλάξει και ο χάρτης των επιχειρήσεων που τώρα πλήττονται περισσότερο: των καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος και του τουρισμού. Η πανδημία θα εξαφανίσει πολλούς από την αγορά, στο χέρι μας είναι όμως να διαμορφώσουμε συνθήκες ώστε όσοι ξανασταθούν στα πόδια τους να έχουν μια ομαλή προοπτική μπροστά τους και καλύτερες προϋποθέσεις ανάπτυξης.

Η πανδημία μηδενίζει στρεβλώσεις της αγοράς που το πολιτικό γίγνεσθαι θα αργούσε πολύ να εξορθολογίσει. Υπό αυτή την έννοια, έχουμε μια καταστροφή η οποία μπορεί να αποδειχθεί δημιουργική, αν το αποφασίσουμε.