2021-2026: Η μεγάλη εικόνα για την ελληνική οικονομία - Free Sunday
2021-2026: Η μεγάλη εικόνα για την ελληνική οικονομία
Θα πάμε καλύτερα, αλλά χρειαζόμαστε άνοδο κατηγορίας

2021-2026: Η μεγάλη εικόνα για την ελληνική οικονομία

Η γενική εικόνα για την προοπτική της ελληνικής οικονομίας την περίοδο 2021-2026 είναι καλή. Από το 2ο εξάμηνο του 2021 θα έχουμε ανάκαμψη της οικονομίας, η οποία με τη βοήθεια του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης, του ενισχυμένου ΕΣΠΑ και σημαντικών πρωτοβουλιών της κυβέρνησης και του ιδιωτικού τομέα θα μετατραπεί σε δυναμική ανάπτυξη.

Μετά από 11 χρόνια οικονομικής και κοινωνικής πτώσης η Ελλάδα χρειάζεται τα καλά νέα. Το ζητούμενο όμως δεν είναι να ανακουφιστούμε την περίοδο 2021-2026 για να επιστρέψουμε στη συνέχεια στις μίζερες επιδόσεις της τελευταίας 40ετίας, αλλά να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για να ανέβουμε οικονομική κατηγορία στο εσωτερικό της Ε.Ε.

Το ευρωπαϊκό περιβάλλον

Το ευρωπαϊκό περιβάλλον είναι, σε γενικές γραμμές, ευνοϊκό για την προσπάθειά μας.

Για πρώτη φορά η Ε.Ε. αυξάνει εντυπωσιακά τα κονδύλια για τις χώρες και τις περιοχές που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη και κάνει ένα βήμα προς την αμοιβαιοποίηση του χρέους, εφόσον η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξασφαλίζει στις διεθνείς αγορές τα κεφάλαια για τη χρηματοδότηση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ε.Ε. μας προσφέρει λευκή επιταγή. Πρώτον, υπάρχουν οι συγκεκριμένοι κανόνες τους οποίους πρέπει να εφαρμόσουμε για την έγκαιρη εκταμίευση των κονδυλίων.

Δεύτερον, θα υπάρξει μία στροφή προς τη δημοσιονομική αυστηρότητα από τα τέλη του 2022. Δεν θα έχει τον χαρακτήρα νέου μνημονίου, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι. Θα κληθούμε όμως να βάλουμε τη δημοσιονομική διαχείριση σε τάξη ύστερα από μία περίοδο υπερβολικής χαλάρωσης με πρόσχημα την πανδημία.

Ο αναγκαίος δημοσιονομικός συμβιβασμός που θα επιτευχθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα εξαρτηθεί από την πολιτική της Γερμανίας μετά την περίοδο Μέρκελ, από τη στάση που θα κρατήσουν η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία που έχουν τη 2η, την 3η και την 4η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης και τον ρόλο που θα επιλέξουν οι λεγόμενοι «φειδωλοί», με επικεφαλής την Ολλανδία.

Επομένως, οι επιλογές και οι προθέσεις της Ε.Ε. είναι εντελώς διαφορετικές από εκείνες της προηγούμενης κρίσης και διευκολύνουν την κυβέρνηση και την οικονομία μας, χωρίς φυσικά να δίνουν πράσινο φως για χαλάρωση διαρκείας σε ό,τι αφορά τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος.

Η πράσινη μετάβαση

Κυρίαρχο στοιχείο της οικονομικής πολιτικής που θα εφαρμόσουμε την περίοδο 2021-2026 είναι η λεγόμενη πράσινη μετάβαση. Οι στόχοι που έχουν τεθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι εξαιρετικά φιλόδοξοι.

Αν μπορέσουμε να ακολουθήσουμε τη γενική τάση και πρωταγωνιστήσουμε στη στρατηγική της πράσινης μετάβασης, η οποία θα απορροφήσει το 37% των συνολικών κονδυλίων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης, θα πάμε πολύ καλύτερα.

Πρέπει, όμως, να ξεπεράσουμε σημαντικά εμπόδια, όπως είναι τα κενά στη χρηματοδότηση της πράσινης μετάβασης, οι μεγάλες ελλείψεις μας σε επίπεδο υποδομής και διοίκησης, η έλλειψη αποτελεσματικών ρυθμιστικών αρχών και η συνεχιζόμενη τάση αύξησης του ενεργειακού κόστους.

Το ενεργειακό μπορεί να μετατραπεί σε καταλύτη της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, μπορεί όμως να μετατραπεί και σε βαρίδι σε μια περίοδο οικονομικού μετασχηματισμού, όπου χρειάζονται γρήγορες και αποφασιστικές κινήσεις.

Οι παραδοσιακοί κλάδοι

Στο υπό διαμόρφωση νέο ευρωπαϊκό περιβάλλον, οι κλάδοι στους οποίους στηρίζεται παραδοσιακά η οικονομία μας θα δεχθούν σημαντική πίεση.

Ο τουρισμός δοκιμάζεται ήδη από την πανδημία και αντιμετωπίζεται από τους ειδικούς σαν ένας κλάδος που μπορεί να υποβαθμιστεί στα πλαίσια του νέου διεθνούς καταμερισμού της εργασίας.

Η Ελλάδα, βέβαια, θα συνεχίσει να επενδύει στην ανάπτυξη του τουρισμού, αλλά πρέπει να βρει τρόπους να απομακρυνθεί από τον χαμηλού κόστους μαζικό τουρισμό και να αναπτύξει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του. Έχουμε τις προϋποθέσεις, αλλά πρέπει να γίνουν πολλά προς αυτή την κατεύθυνση.

Μαζί με τον τουρισμό θα δεχθούν κάποια πίεση και οι αεροπορικές συγκοινωνίες, εξαιτίας της επέκτασης της πολιτικής που στηρίζεται στην αγορά δικαιωμάτων ρύπων και στις αεροπορικές συγκοινωνίες. Πρόκειται για έναν από τους νέους πόρους με τη συμβολή των οποίων θα αποπληρωθούν τα δάνεια που συνάπτει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Οι μικρομεσαίες και οι πολύ μικρές επιχειρήσεις, στις οποίες αναφερόμαστε συνήθως σαν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, θα πρέπει να καταβάλουν σημαντικές προσπάθειες για να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της νέας εποχής. Δεν προβλέπεται η συνέχιση της χρηματοδότησης επιχειρήσεων που δεν είναι βιώσιμες, ενώ επιβάλλεται η ενίσχυση της εξωστρέφειας παρά τις προφανείς δυσκολίες.

Και η εμπορική ναυτιλία έχει μπροστά της έναν αρκετά σημαντικό λογαριασμό, εφόσον θα επεκταθεί και σε αυτήν η εφαρμογή του συστήματος αγοράς δικαιωμάτων ρύπων. Περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις θα υπάρξουν γενικότερα στον τομέα των μεταφορών, της οικοδομής και των κατασκευών, που παίζουν επίσης εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στην ελληνική οικονομία.

Έχουμε λοιπόν το προφίλ μιας παραδοσιακής οικονομίας, η οποία πρόκειται να επιβαρυνθεί από τους κανόνες της πράσινης, ενδεχομένως και ψηφιακής μετάβασης. Ακόμη και στον αγροτικό τομέα, ο οποίος είναι αρκετά ρυπογόνος και στις περισσότερες περιπτώσεις λιγότερο ανταγωνιστικός, υπάρχουν σοβαρά ζητήματα προσαρμογής.

Πρέπει να βρεθούν πρωτότυπες λύσεις και να υπάρξουν δημιουργικές υπερβάσεις για να αξιοποιήσουμε πλήρως τις ευκαιρίες και να ελέγξουμε το αναπόφευκτο κόστος της προσαρμογής.

Αν περιοριστούμε στη γνωστή ελληνική άμυνα της διαπραγμάτευσης κάποιων εξαιρέσεων από τους κανόνες και της αναβολής της προσαρμογής, θα πάθουμε μεγάλη οικονομική και κοινωνική ζημιά.

Η εξαγορά των ναυπηγείων Σκαραμαγκά από τον όμιλο Προκοπίου δείχνει ότι υπάρχουν δημιουργικές λύσεις, αρκεί να ξεφύγουμε από τη γνώριμη νεοελληνική ακινησία. Η εμπορική ναυτιλία μας είναι παγκόσμιος πρωταθλητής και αν μπορέσουμε να τη συνδέσουμε με την ελληνική οικονομία, ιδιαίτερα τη βαριά βιομηχανία, τα οφέλη θα είναι τεράστια.

Η μεγάλη μας φίλη

Την περίοδο 2021-2026, η μεγάλη φίλη της ελληνικής οικονομίας θα είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και προσωπικά η πρόεδρός της, Κριστίν Λαγκάρντ.

Η ΕΚΤ συμπεριέλαβε τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης ειδικά για την πανδημία και έτσι εξασφαλίζεται η χρηματοδότηση της οικονομίας μας με προνομιακά επιτόκια τουλάχιστον μέχρι την άνοιξη του 2022.

Από τις δηλώσεις της κ. Λαγκάρντ προκύπτει ότι η ΕΚΤ δεν θα αφήσει την Ελλάδα ακάλυπτη, αρκεί βέβαια να κινηθούμε στη σωστή κατεύθυνση που εξασφαλίζει στα ελληνικά ομόλογα επενδυτική βαθμίδα. Όλα δείχνουν ότι θα μας επιβραβεύσουν για την κατεύθυνση της πολιτικής μας, δείχνοντας την αναγκαία ελαστικότητα σε ό,τι αφορά τις προθεσμίες.

Με το πέρασμα του χρόνου, η Λαγκάρντ εμπλουτίζει την πολιτική που εφάρμοσε ο Ντράγκι και ενισχύει την αυτονομία και τον ρόλο της ΕΚΤ.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρόεδρος της ΕΚΤ προχώρησε την πρώτη συνολική αναθεώρηση της στρατηγικής της Τράπεζας από το 2003 και έφτασε σε εντυπωσιακά αποτελέσματα ταχύτερα απ’ ό,τι προέβλεπε το αρχικό χρονοδιάγραμμα. Ο νέος στόχος για «συμμετρικό» πληθωρισμό της τάξης του 2% εγκρίθηκε ομόφωνα από τους κεντρικούς τραπεζίτες της Ευρωζώνης. Η αναθεώρηση εξασφαλίζει μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων στην ΕΚΤ και δείχνει ότι η γερμανική Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Bundesbank) και άλλες κεντρικές τράπεζες που εκφράζουν ή διαρρέουν επιφυλάξεις για τις επιλογές της Λαγκάρντ αναγκάζονται να ακολουθήσουν την πολιτική της.

Η ενίσχυση του ρόλου της ΕΚΤ και προσωπικά της Λαγκάρντ είναι πολύ καλά νέα για την ελληνική οικονομία. Η ΕΚΤ θα γίνει ακόμη πιο τολμηρή στην επιδίωξη των στόχων της και πολλοί θεωρούν ότι σε λίγα χρόνια θα συγκρίνεται σε επιρροή και δυνατότητες παρέμβασης με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ. Η Λαγκάρντ δείχνει μία ευρύτητα πνεύματος στην προσέγγιση των νομισματικών και οικονομικών θεμάτων, γεγονός που εξασφαλίζει «ανάσες» στις πιο προβληματικές οικονομίες της Ευρωζώνης, όπως είναι η ελληνική.

Είναι γνωστά τα προβλήματα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, το οποίο πλήρωσε ακριβά δύο κρίσεις που δημιουργήθηκαν κυρίως με ευθύνη των πολιτικών. Τη χρεοκοπία του ελληνικού Δημοσίου την περίοδο 2009-2010 και το «πείραμα» της ριζοσπαστικής Αριστεράς το 2015. Η πολιτική που ακολουθεί η Λαγκάρντ και η δυναμική που αναπτύσσεται υπέρ της επιτάχυνσης της τραπεζικής ένωσης, η οποία άλλωστε έχει ορίζοντα το 2025, διευκολύνουν την αναγκαία προσαρμογή των ελληνικών τραπεζών.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτή μπορεί να γίνει πιο γρήγορα, σε όφελος της πραγματικής οικονομίας με το μικρότερο δυνατόν κοινωνικό κόστος. Εύκολες λύσεις βέβαια δεν υπάρχουν, γιατί η Ελλάδα έχει το ευρωπαϊκό ρεκόρ στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, ενώ υπάρχει κίνδυνος δημιουργίας νέων κόκκινων δανείων εξαιτίας της πανδημίας.

Τα προβλήματα του τραπεζικού συστήματος, όπως και το διαρκώς αυξανόμενο ιδιωτικό χρέος και η αδυναμία της οργάνωσης της λεγόμενης «δεύτερης ευκαιρίας», επηρεάζουν αρνητικά την προοπτική της ελληνικής οικονομίας. Ενδεικτικό της διαφοράς επιπέδου μεταξύ των αναπτυγμένων χωρών της Ε.Ε. και της Ελλάδας είναι το γεγονός ότι σε αυτές η «δεύτερη ευκαιρία» στηρίζεται στην επανένταξη στον επαγγελματικό στίβο όσων χρεοκόπησαν χωρίς δόλο, αφού πρώτα απαλλαγούν από τις οικονομικές υποχρεώσεις τους. Στην Ελλάδα, σαν «δεύτερη ευκαιρία» εννοούμε ρυθμίσεις και περισσότερες δόσεις για να πληρώσουν αυτοί που αποδεδειγμένα δεν μπορούν να πληρώσουν.

Πολιτική σταθερότητα

Τη γενική οικονομική εικόνα κάνει πιο θετική η πολιτική σταθερότητα που επικρατεί στη χώρα μας. Η σταθερή δημοσκοπική πρωτιά της ΝΔ και η εξαιρετικά καλή εικόνα του πρωθυπουργού, κ. Μητσοτάκη, έχουν μεγάλη αξία για την οικονομία.

Δημιουργούν ένα κλίμα εμπιστοσύνης, που θα συμβάλει στην αύξηση των επενδύσεων και στην ανασυγκρότηση της οικονομίας. Ο Μητσοτάκης αντιμετωπίζεται από τους πολίτες, με βάση τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων, σαν ο πιο ικανός πολιτικός σε ό,τι αφορά τη διαχείριση της οικονομίας.

Επειδή η Ελλάδα πρέπει να καλύψει ένα τεράστιο επενδυτικό έλλειμμα, η πολιτική σταθερότητα αποτελεί σήμα προς όλους τους ενδιαφερόμενους ότι μπορούν να αναπτύξουν επιχειρηματικές, επενδυτικές πρωτοβουλίες χωρίς να αναλάβουν μεγάλο πολιτικό ρίσκο.

Το επιχειρηματικό, επενδυτικό περιβάλλον βελτιώνεται στην Ελλάδα. Πρέπει όμως να έχουμε υπόψη μας ότι η σύγκριση δεν γίνεται με το παρελθόν μας, αλλά με την εξέλιξη άλλων επενδυτικών προορισμών. Υπάρχουν πολλά κράτη-μέλη της Ε.Ε., από τις Δημοκρατίες της Βαλτικής μέχρι την Ουγγαρία, την Πολωνία, την Τσεχία και την Ιρλανδία που μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματά τους καλύτερα από εμάς και να προσελκύσουν τις αναγκαίες ξένες άμεσες επενδύσεις.

 Η διαφορά φαίνεται στους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης τις τελευταίες τετραετίες, στην πορεία της απασχόλησης και του βιοτικού επιπέδου.

Έχουμε τη δυνατότητα να επιτύχουμε στο ολοένα πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον της Ε.Ε. και της παγκόσμιας οικονομίας, αρκεί να κινηθούμε γρήγορα και αποτελεσματικά αποφεύγοντας τα λάθη του παρελθόντος και τη γνώριμη στασιμότητα.