Πόσο τυφλή είναι η Δικαιοσύνη; - Free Sunday
Πόσο τυφλή είναι η Δικαιοσύνη;

Πόσο τυφλή είναι η Δικαιοσύνη;

Η Δικαιοσύνη στην Ελλάδα διατηρεί πολλά λειτουργικά και θεσμικά εγγενή και εξωγενή προβλήματα. Όπως μάλιστα συμβαίνει σε κάθε δημοκρατική χώρα της Ευρώπης, η κριτική ασκείται δημόσια και, κατά κανόνα ακόμη, ελεύθερα κατά των λειτουργών της Θέμιδος. Πέρα από την προσωπική αφορμή αλλά και στόχευση κάθε τιμητή, η ορμή με την οποία πια ανώτατοι δικαστικοί τίθενται στο κοινωνικό στόχαστρο την τελευταία περίοδο είναι πρωτόγνωρη. Οι βασικοί λόγοι είναι δύο:

Αφενός γιατί, σε μια χώρα όπου πλείστοι κρατικοί θεσμοί έχουν καταρρεύσει, η Δικαιοσύνη συνεχίζει να λειτουργεί. Παρ’ όλες τις τακτικές αποχές ημών των δικηγόρων, την αντισυνταγματική τακτική καθόδου από τις έδρες των δικαστών, τη διεθνώς γνωστή πλέον βραδύτητα απονομής, οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης γίνονται καθολικώς σεβαστές στην Ελλάδα και στη μεγάλη πλειονότητά τους παραμένουν μακριά από την κακοδικία και εγγύτερα σε αυτό που νοούμε ως κράτος δικαίου. Συνεπώς, για τους ούτως ή άλλως εθισμένους στους δικαστικούς αγώνες Έλληνες, στα χρόνια της κρίσης, η δικανική κρίση είναι καταφύγιο και σημείο πεποίθησης ύπαρξης του κράτους. Οι πολίτες, λαβωμένοι από τις δυσκολίες αλλά και τη διάχυτη και αβίαστη κάπως κακοδιοίκηση του Δημοσίου, βρίσκουν τη Θέμιδα ως συμπαραστάτρια στις εύλογες προσδοκίες τους από μια δημοκρατική πολιτεία, όπως η τήρηση των νόμων, η προστασία του περιβάλλοντος, η εμπέδωση της αξιοκρατίας, η προστασία των ασθενέστερων μελών της κοινωνίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η πάγκοινη πεποίθηση στον νομικό κόσμο της χώρας ότι η υπουργική απόφαση που θα αδειοδοτεί τα τηλεοπτικά κανάλια βάσει ενός νόμου που παρακάμπτει ουσιαστικά χωρίς αιτιολόγηση μια συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξάρτητη αρχή θα «σκοντάψει» στο ΣτΕ. Η επιδίωξη υπέρβασης των εξουσιών από πλευράς της εκτελεστικής εξουσίας μόνη της δεν αρκεί για την άσκηση της εξουσίας με αυτό τον τρόπο, καθώς ακόμη και σήμερα ο αυτοματισμός με τον οποίο επιλαμβάνεται η Δικαιοσύνη αποτελεί σαφές ανάχωμα σε εκτροπές αυτού του είδους.

Αφετέρου, την τελευταία περίοδο, περισσότερο από ποτέ άλλοτε στην πρόσφατη ιστορία της χώρας, ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί απασχολούν εντατικά τη δημόσια ζωή του τόπου. Ορισμένοι στοχευμένα και απόλυτα εκουσίως επιδιώκουν και κατακτούν λόγο πολύ ισχυρότερο και σαφώς πιο πολιτικό απ’ ό,τι προβλέπεται από τον θεσμικό τους ρόλο. Δηλαδή, ενώ διατηρούν τη λειτουργία του δικαστή, παρεμβαίνουν ως κύριοι διαμορφωτές της πολιτικής πραγματικότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, που και ως υπηρεσιακή πρωθυπουργός και ως εκ των υπηρεσιακών επικεφαλής της Δικαιοσύνης διατηρεί δημόσια παρουσία και λόγο πολύ πέρα από τη στενή δικαστική της ιδιότητα. Ανέλαβε και αναλαμβάνει πρωτοβουλίες εντός της θεσμικής νομιμότητας, αλλά εκτός όσων μας είχαν συνηθίσει ως πρόσφατα οι δικαστικοί.

Την υποψία ότι η δικαστική διατηρεί υπόγειο διάλογο με την εκτελεστική και ενίοτε με τη νομοθετική εξουσία υποστηρίζει και η πλήρωση πολλών πλέον θέσεων βουλευτών και υπουργών από συνταξιούχους ή παραιτηθέντες δικαστικούς λειτουργούς. Για να είμαστε δε απολύτως δίκαιοι, οι δικαστικοί γνωρίζουν τη διοικητική πρακτική κατά κανόνα πολύ καλύτερα από άλλους λειτουργούς του κράτους, αναγνωρίζουν μάλιστα τις ανάγκες αναμόρφωσης του θεσμικού εξοπλισμού της χώρας στην πράξη, από τα προβλήματα που ανακύπτουν κατά την απονομή της δικαιοσύνης. Κάπως έτσι, θα ανέμενε κανείς από τη νυν πρόεδρο του Αρείου Πάγου να διακρίνει τα όρια του ρόλου της και της ατομικής συμπεριφοράς που επιβάλλει η θεσμική της θέση. Στην περίπτωση της έγκλησης κατά του καθηγητή Νομικής και στελέχους του Ποταμιού Σταύρου Τσακυράκη διακρίνει κανείς προσωπικό τόνο και κυρίως τη σαφή πολιτική υπογράμμιση, που δεν προβλέπονται για μια ανώτατη λειτουργό της Θέμιδος. Τέτοιου είδους δικαστικοί αγώνες θα περνούσαν απαρατήρητοι αν αφορούσαν μήνυση ενός μεσαίας προβολής πολιτικού κατά δημοσιογράφου που τον κρίνει υπέρμετρα ή προσβλητικά. Δεν ταιριάζουν, ωστόσο, σε άτομο του θεσμικού κύρους της πρώην πρωθυπουργού κατά ομοτέχνου της που ασχολείται εδώ και χρόνια με την υπεράσπιση των συνταγματικών δικαιωμάτων με σύνεση και ευπρέπεια.

*Ο Βασίλης Κ. Καραμητσάνης είναι δικηγόρος Αθηνών, μέλος της πολιτικής κίνησης ΜΠΡΟΣΤΑ και μέλος του Τομέα Ναυτιλίας-Τουρισμού του Ποταμιού.