Γερμανική μοναξιά στην εαρινή σύνοδο - Free Sunday

Free Sunday skin left

Free Sunday skin left

Γερμανική μοναξιά στην εαρινή σύνοδο

Γερμανική μοναξιά στην εαρινή σύνοδο

«Μόνος στην Ουάσινγκτον» είναι ο τίτλος που θα αποτύπωνε τη θέση του υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας Β. Σόιμπλε στην ετήσια εαρινή σύνοδο του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας στην Ουάσινγκτον. Μόνη εξαίρεση και παρένθεση στην απομόνωση-μοναξιά του ο συμβιβασμός που διαμόρφωσε με το ΔΝΤ ως προς το ελληνικό πρόγραμμα!

Συνεντεύξεις, ανακοινωθέντα και κείμενα συμπερασμάτων θέτουν ως προτεραιότητα την αξιοποίηση κάθε διαθέσιμου εργαλείου για τη σταθεροποίηση και την ενδυνάμωση της ανάπτυξης, με την επισήμανση ότι δεν αρκεί η νομισματική πολιτική των κεντρικών τραπεζών αλλά χρειάζεται και δημοσιονομική πολιτική από τις κυβερνήσεις που να είναι φιλική προς την ανάπτυξη.


Ο κίνδυνος του αποπληθωρισμού

Όλα τα παραπάνω αθροιστικά τι άλλο ήταν παρά μια φωτογραφία της Γερμανίας ως εξαίρεσης σε μια προσπάθεια παγκόσμιου συντονισμού με στόχο η σταθεροποίηση της Κίνας και των BRICS σε πιο χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης για το ορατό μέλλον να μην εγκλωβίσει την παγκόσμια οικονομία σε ένα σπιράλ αποπληθωρισμού, μια παρατεταμένη ύφεση και μαζική ανεργία;

Ο Σόιμπλε δεν πρέπει να αιφνιδιάστηκε, καθώς το σφυροκόπημα της πολιτικής της Γερμανίας στην Ευρωζώνη επαναλαμβάνεται σχεδόν τελετουργικά από την άνοιξη του 2010 και μετά, όχι μόνο στις τακτικές ετήσιες συνόδους του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας αλλά σε κάθε σημαντικό παγκόσμιο πολιτικό και οικονομικό φόρουμ, από το Nταβός μέχρι τις συνόδους των G-8 και G-20.

Η αρχή έγινε το 2012

Όταν το καλοκαίρι του 2012 ο Σόιμπλε στην κοινή συνέντευξη Τύπου με τον τότε Αμερικανό ομόλογό του Γκάιτνερ και μετά τις συνηθισμένες παραινέσεις της αμερικανικής πλευράς για δημοσιονομική χαλάρωση δήλωσε χωρίς περιστροφές ότι αυτοί που δημιούργησαν την κρίση δεν δικαιούνται να δίνουν συμβουλές για τη διαχείρισή της, υπήρχαν περιθώρια συντήρησης της διαφοροποίησης της Γερμανίας από την κυρίαρχη γραμμή πλεύσης στη διαχείριση της κρίσης: Το Βερολίνο βασιζόταν στις αγορές των BRICS και κυρίως της Κίνας, αλλά και σε μια συνολική στενή διμερή ειδική σχέση με τη Ρωσία, για να απορροφώνται οι εξαγωγές του και ταυτόχρονα να επιβάλλει χωρίς κόστος μια σκληρή δημοσιονομική λιτότητα εντός Ευρωζώνης.

Σήμερα η γερμανική απόκλιση στη διαχείριση της κρίσης στην Ευρωζώνη έχει ημερομηνία λήξης, καθώς τίποτε από τα παραπάνω που τη στήριζαν στο παρελθόν δεν υπάρχει. Αυτό που επί της ουσίας υπερασπίζεται και μάχεται για να κατοχυρώσει ο Σόιμπλε είναι μια μεταβατική περίοδος ήπιας προσαρμογής χωρίς αναταράξεις πολιτικής αποσταθεροποίησης εντός της Γερμανίας και, κυρίως, αφού κατοχυρωθεί θεσμικά και πολιτικά η πρωτοκαθεδρία-κυριαρχία του Βερολίνου στην Ε.Ε.-Ευρωζώνη.

Χωρίς τις BRICS ως ατμομηχανή μιας σταθερής παγκόσμιας ανάπτυξης, η δημιουργία μιας κοινής αγοράς, ενός ενιαίου οικονομικού χώρου της Βόρειας Αμερικής με την Ευρώπη αλλά και με τις χώρες της Ασίας-Ειρηνικού είναι μονόδρομος.

Στο Βερολίνο γνωρίζουν πολύ καλά ότι αργά ή γρήγορα, με μικρό ή μεγαλύτερο κόστος, θα αναγκαστούν να προσαρμοστούν στο πλαίσιο και τους κανόνες της Διατλαντικής Εταιρικής Σχέσης Εμπορίου και Επενδύσεων (Transatlantic Trade and Investment Partnership - ΤΤΙΡ), μια προοπτική που σημαίνει το τέλος της γερμανικής εξαίρεσης, που με ένα ιδιότυπο σύστημα πολιτικής-τραπεζικής διαπλοκής επιδοτεί την εθνική βιομηχανική παραγωγή.


Ο Νότος υπό πίεση

Η Γερμανία χρειάζεται χρόνο, κι έτσι εξοργίζει τις ΗΠΑ και φέρνει κοντά στο σημείο θραύσης τις οριακές αντοχές των εταίρων της στον Νότο της Ευρωζώνης και στη Γαλλία.

Μόνο αν δούμε και τα δύο μέτωπα, την προσαρμογή σε κανόνες και πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης με όρους που υπαγορεύει η Ουάσινγκτον και την προσπάθεια διάσωσης και, στη χειρότερη περίπτωση, χρονικής παράτασης των ιδιαιτεροτήτων κυρίως του τραπεζικού συστήματος, μπορούμε να κατανοήσουμε κινήσεις και πρωτοβουλίες που αιφνιδιάζουν, όπως η πρόσφατη επίθεση του υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας Σόιμπλε στον κεντρικό τραπεζίτη της Ευρωζώνης Ντράγκι.

Όπως πολύ εύστοχα τόνισε την Τρίτη 19 Απριλίου σε άρθρο του στους «Financial Times» ο γνωστός αρθρογράφος αναλυτής Βόλφγκανγκ Μουντσό, τα κίνητρα στην επίθεση Σόιμπλε δεν είναι ιδεολογικές αγκυλώσεις και ταμπού αλλά ρεαλιστική επίγνωση των κινδύνων που συνεπάγεται η πολιτική του επικεφαλής της ΕΚΤ για τις τράπεζες και τις ασφαλιστικές εταιρείες της χώρας του.

Στη Γερμανία, η χαριστική, στα όρια της κρατικής επιδότησης, δανειοδότηση προς τις εξαγωγικές βιομηχανίες γίνεται μέσω της ρευστότητας που αντλείται από τα τοπικά ταμιευτήρια (Sparkassen) και τις τοπικές τράπεζες των ομόσπονδων κρατιδίων (Landesbanken).

Η μέθοδος Ντράγκι

Δεν χρειάζεται εξειδικευμένη γνώση για να κατανοήσουμε τις παρενέργειες των αρνητικών επιτοκίων του Ντράγκι: Δίχως υπερβολή, συνιστούν έναν κίνδυνο αιφνίδιου και πρόωρου θανάτου για έναν τομέα του χρηματοπιστωτικού συστήματος που ούτως ή άλλως έχει ημερομηνία λήξης λίγο μετά την έναρξη ισχύος της συνθήκης ΤΤΙΡ.

Ανοίγουμε την αγορά της Βόρειας Αμερικής στη βιομηχανική σας παραγωγή υπό τον όρο ότι θα υπάρχουν ενιαίοι κανόνες δανεισμού από τις τράπεζες και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, είναι το μήνυμα των ΗΠΑ.

Εύλογα τίθεται όμως ένα κεντρικό ερώτημα: Πώς συμβιβάζεται το σαφές μήνυμα της διεθνούς κοινότητας για πριμοδότηση της ανάπτυξης με κάθε δυνατό μέσο όχι απλώς με την εμμονή του Βερολίνου στο Σύμφωνο Σταθερότητας και στον ζουρλομανδύα του πλαφόν 3% στα δημοσιονομικά ελλείμματα αλλά με τη δραστηριοποίηση Σόιμπλε προς την κατεύθυνση αυστηροποίησής του;

Ο ορίζοντας του γερμανικού τρόπου σκέψης είναι διαχρονικά τακτικός και εργαλειακός και στερείται της κατευθυντήριας καθαρότητας μιας συνολικής στρατηγικής. Με αυτό το δεδομένο, δεν θα πρέπει να εκπλαγούμε αν η μάχη οπισθοφυλακής που δίνει το Βερολίνο για να καθυστερήσει και να χειριστεί όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα και με το μικρότερο κόστος μια αναπόφευκτη αναπροσαρμογή στην Ευρώπη και στον κόσμο λάβει τη μορφή αυτοκαταστροφικής αντεπίθεσης, καθώς δεν έχει το ειδικό βάρος συνολικής εναλλακτικής πρότασης διαχείρισης της παγκοσμιοποίησης από τη Δύση.