Κυβερνητικό μπάχαλο για το «ψηφιακό χαράτσι» - Free Sunday
Κυβερνητικό μπάχαλο για το «ψηφιακό χαράτσι»

Κυβερνητικό μπάχαλο για το «ψηφιακό χαράτσι»

Χρειάστηκαν μόνο λίγες ώρες από την ψήφιση τροπολογίας που καθιέρωνε «ψηφιακό χαράτσι» σε κινητά τηλέφωνα, tablets και ηλεκτρονικούς υπολογιστές προτού η κυβέρνηση, υπό το βάρος των σφοδρότατων αντιδράσεων, πραγματοποιήσει… αναστροφή και περάσει σε φάση διαχείρισης κρίσης.

Δύο κορυφαία κυβερνητικά στελέχη, ο υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής Νίκος Παππάς και ο υπουργός Επικρατείας Χριστόφορος Βερναρδάκης, έσπευσαν να λειτουργήσουν πυροσβεστικά και να περιορίσουν τη «φωτιά» που άναψε από τον νέο φόρο σε προϊόντα που πλέον θεωρούνται ευρείας χρήσεως και απαραίτητα για τους πολίτες μιας σύγχρονης χώρας.

Εφάπαξ φόρος

Τι είχε συμβεί; Τον Ιούλιο του 2017 η κυβέρνηση είχε περάσει από την Ολομέλεια της Βουλής στον νόμο 4481/2017 του υπουργείου Πολιτισμού και διάταξη που προέβλεπε ότι «η αμοιβή για τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι δικτυωμένες φορητές συσκευές (tablets) με μέγεθος εσωτερικής μνήμης τυχαίας προσπέλασης (RAM) άνω των 4 GB ορίζεται σε 2% της αξίας τους. Η αμοιβή κατανέμεται στους πνευματικούς δημιουργούς, στους ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες, στους παραγωγούς γραμμένων μαγνητικών ταινιών ή άλλων γραμμένων υλικών φορέων ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας και στους εκδότες εντύπων. Η κατανομή των ποσοστών της εύλογης αμοιβής επί των ηλεκτρονικών υπολογιστών στους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης της κάθε κατηγορίας ή υποκατηγορίας δικαιούχων, ο τρόπος είσπραξης και καταβολής καθορίζονται με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 11». Με απλά λόγια, για οποιονδήποτε ηλεκτρονικό υπολογιστή ή tablet με μνήμη από 4 GB και άνω, ο αγοραστής της συσκευής θα επιβαρυνόταν με επιπλέον φόρο υπέρ τρίτων στο 2% της αξίας της συσκευής. Μάλιστα, αρχικά ο φόρος είχε οριστεί στο 1%, αλλά η υπουργός Λυδία Κονιόρδου φέρεται να τον διπλασίασε. Η «εύλογη αμοιβή» αναφερόταν στην αναπαραγωγή πνευματικών έργων μέσω διαφόρων συσκευών και ψηφιακών μέσων αποθήκευσης.

Η επίμαχη τροπολογία

Ωστόσο, την περασμένη Τρίτη η κ. Κονιόρδου έφερε στη Βουλή τροπολογία που άλλαζε την επίμαχη ρύθμιση. Συγκεκριμένα, με στόχο να ξεκαθαριστεί το τοπίο σχετικά με την «εύλογη αμοιβή», η τροπολογία ανέφερε ότι αυτή ορίζεται στο 2% επί της αξίας ηλεκτρονικών υπολογιστών, tablets και smartphones, στο 4% για φωτοτυπικές συσκευές, σαρωτές, εκτυπωτές και χαρτί κατάλληλο για φωτοτυπίες και στο 6% σε αποθηκευτικά μέσα άνω των 4 GB, σε συσκευές εγγραφής ήχου και μαγνητικές ταινίες ή άλλους υλικούς φορείς πρόσφορους για την αναπαραγωγή ήχου ή και εικόνας. Μάλιστα, η κ. Κονιόρδου υπογράμμισε ότι «τα tablets και τα smartphones τίθενται εκτός της έννοιας των ηλεκτρονικών υπολογιστών, αλλά προβλέπονται ρητά στον νόμο και υπόκεινται σε αμοιβή 2%, αντίστοιχη με αυτή των ηλεκτρονικών υπολογιστών, ανεξάρτητα από τη μνήμη RAM. Η μνήμη υπήρχε ως κριτήριο στον ν.4481/2017. Ωστόσο, δεν ήταν ένα κριτήριο κατάλληλο και για τον λόγο αυτόν την καταργήσαμε. Πιο συγκεκριμένα, η εύλογη αμοιβή στον νόμο ορίζεται ως εξής: 2% επί της αξίας ηλεκτρονικών υπολογιστών, tablets και τα smartphones, 4% σε φωτοτυπικές συσκευές, σαρωτές, εκτυπωτές και χαρτί κατάλληλο για φωτοτυπίες, 6% σε αποθηκευτικά μέσα άνω των 4GB, σε συσκευές εγγραφής ήχου και εικόνας, μαγνητικές ταινίες ή άλλους υλικούς φορείς πρόσφορους για την αναπαραγωγή ήχου ή και εικόνας. Σας θυμίζω ότι με το προηγούμενο καθεστώς τα smartphones υπάγονταν στο 6% αντί για το 2%. Αυτό άλλαξε και μάλιστα αναδρομικά».

Σφοδρές αντιδράσεις

Η ψήφιση της τροπολογίας προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, με τον Σύνδεσμο Επιχειρήσεων Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΣΕΠΕ) να υπογραμμίζει ότι «όπως απεδείχθη με έρευνα και ειδική μελέτη που διεξήχθη, με τη σύμφωνη γνώμη και του υπουργείου Πολιτισμού, προέκυψε πως το νέο “ψηφιακό” τέλος επιφέρει επιβάρυνση 24 φορές μεγαλύτερη από τις πιθανές προκληθείσες απώλειες» και να τονίζει ότι με την τροπολογία «πέραν της πρόσθετης επιβάρυνσης 2% επί της αξίας σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, smartphones και tablets, επιβάλλεται επιπλέον επιβάρυνση 6% για ηλεκτρονικές συσκευές εγγραφής ήχου και εικόνας και για ηλεκτρονικούς αποθηκευτικούς δίσκους άνω των 4 GB. Επιβάρυνση η οποία έρχεται σε ευθεία αντίθεση και με την έμφαση που δίνει ο πρωθυπουργός στον κεντρικό στρατηγικό ρόλο της ψηφιακής τεχνολογίας στο νέο αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας, κομβικό σημείο για την έξοδο από την κρίση». Ο ΣΕΠΕ εκτίμησε ότι το κόστος για τους καταναλωτές μπορεί να φτάσει τα 65 εκατ. ευρώ και τόνισε ότι σε πολλές χώρες της Ε.Ε. δεν υφίσταται τέτοιος φόρος υπέρ τρίτων, σημειώνοντας δηκτικά ότι «με τη συγκεκριμένη επιβάρυνση –η οποία είναι πολλαπλάσια απ’ ό,τι ισχύει σε κράτη-μέλη της Ε.Ε. που έχουν εφαρμόσει αντίστοιχο “τέλος”– η χώρα μας καθίσταται πλέον “πρωταθλήτρια” επιβαρύνσεων στον τομέα αυτόν, έχοντας τα υψηλότερα ποσοστά “ψηφιακού τέλους” στην Ευρώπη». Μάλιστα, σύμφωνα με στοιχεία που είδαν το φως της δημοσιότητας, σε χώρες όπου υφίσταται η σχετική «εύλογη αμοιβή», αυτή είναι πολύ χαμηλότερη απ’ ό,τι στην Ελλάδα, καθώς στην Ιταλία φτάνει τα 5,20 ευρώ για κινητά τηλέφωνα και υπολογιστές, στη Γαλλία είναι 15 ευρώ για κινητά και δεν επιβαρύνει καθόλου τους υπολογιστές και στην Πορτογαλία ανέρχεται στα 15 ευρώ για κινητά και στα 7,5 ευρώ για υπολογιστές, ενώ στην Ελλάδα υπολογίζεται στα 13,80 ευρώ για smartphones και στα 36,90 ευρώ για υπολογιστές.

Παρέμβαση Παππά-Βερναρδάκη

Μπροστά στις αντιδράσεις, η κυβέρνηση έσπευσε να λειτουργήσει πυροσβεστικά. Ο κ. Παππάς –ο οποίος, πάντως, πρέπει να σημειωθεί ότι ήταν στους συνυπογράφοντες υπουργούς– παρενέβη μέσω Twitter, όπου έγραψε ότι «η επιβολή του τέλους του 2% σε tablets/κινητά πρέπει να επανεξεταστεί», προσθέτοντας ότι «είναι σημαντικό να υπάρχει εύλογο τίμημα για τα πνευματικά δικαιώματα αλλά χωρίς να προκαλούνται επιπλέον αχρείαστα προβλήματα, ιδίως σε μια περίοδο που θέλουμε ο κόσμος να εξοικειωθεί με τις νέες τεχνολογίες». Τελικά, ο κ. Παππάς και ο κ. Βερναρδάκης επικοινώνησαν και συμφώνησαν στην επανεξέταση του όλου θέματος, με τις πληροφορίες να αναφέρουν ότι ο υπουργός Επικρατείας πρότεινε στον υπουργό Ψηφιακής Πολιτικής η όλη διαδικασία να αφορά μόνο τα smartphones και να έχει ολοκληρωθεί μέσα σε διάστημα τριών μηνών.