Βαγγέλης Ραπτόπουλος: «Το φύλο είναι κοινωνική κατασκευή» - Free Sunday

Free Sunday skin left

Free Sunday skin left

Βαγγέλης Ραπτόπουλος: «Το φύλο είναι κοινωνική κατασκευή»

Βαγγέλης Ραπτόπουλος: «Το φύλο είναι κοινωνική κατασκευή»

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος έχει δημοσιεύσει περισσότερα από είκοσι έργα μυθοπλασίας, καθώς και μία συλλογή-σύνθεση με μεταφρασμένα αποσπάσματα από αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. 


Δεν μπορώ να μην ξεκινήσω με τον τίτλο του βιβλίου. Δεν φοβηθήκατε τη λέξη «λεσβία», που θωρείται υποτιμητική για τη γυναικεία ομοφυλοφιλία;

Δεν νομίζω πως είναι υποτιμητική. Είναι μια αρχαία ελληνική λέξη, η κοινή αλλά και η λόγια ονομασία της γυναικείας ομοφυλοφιλίας, και επίσης διεθνής όρος. Και στο μυαλό μου, που φυσικά δεν είναι ετυμολογικά σωστό, εμπεριέχει τη λέξη βία, που ανταποκρίνεται σε έναν από τους ήρωες του βιβλίου, τον βιαστή, αλλά και στη βία της κοινωνίας απέναντι στην ομοφυλοφιλία.


Ωστόσο, ανεξάρτητα από τη ρίζα της, μια λέξη στην καθομιλουμένη μπορεί να αποκτήσει διαφορετική χροιά.

Φυσικά. Αλλά το βιβλίο μου ανανοηματοδοτεί τη λέξη. Δηλαδή, ενώ μέχρι κάποια στιγμή, τη δεκαετία του ’90 συγκεκριμένα, η λέξη «λεσβία» «περιέγραφε» το στερεότυπο της γυναίκας με τα κοντά μαλλιά και την αρρενωπή συμπεριφορά, ζούμε στις μέρες μας μια σύγχυση ανάμεσα στα δύο φύλα, έναν επαναπροσδιορισμό της σεξουαλικής ταυτότητας των ανθρώπων. Από τις γυναίκες η κοινωνία απαιτεί, πλέον, και τους βγάζει στην επιφάνεια πιο άγριες πλευρές, πιο ανεξάρτητες, πιο αρσενικές, και αντίστοιχα στα αγόρια βλέπουμε μια εκφύλιση του αντρικού στερεοτύπου. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της ρευστότητας του φύλου εμφανίζονται περιπτώσεις, όπως η ηρωίδα του βιβλίου μου, σαν αναδυόμενη τάση, όπου κορίτσια πειραματίζονται σε λεσβιακές σχέσεις ενώ συγχρόνως έχουν σχέσεις και με άντρες. Οπότε υπό μια έννοια ο τίτλος θέλει να πει πως αυτό που μέχρι τώρα νόμιζες πως σημαίνει η λέξη «λεσβία» τώρα πρέπει να το δεις με μια ευρύτερη έννοια, που μπορεί να σημαίνει και άλλες συμπεριφορές. Το βασικό στοιχείο που διαπερνά το βιβλίο από την πρώτη σελίδα ως το τέλος είναι πως η βασική ηρωίδα αναρωτιέται κατά πόσο είναι ή δεν είναι λεσβία.


Σας ενοχλεί αυτή η νέα τάση της κοινωνίας που περιγράψατε;

Καθόλου, τι να με ενοχλεί; Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Ωστόσο, οι ηρωίδες ζουν στη δεκαετία του ’90 και όχι στο σήμερα.

Το βιβλίο τοποθετείται στη δεκαετία του ’90 και καταγράφει τα ήθη της εποχής αλλά πραγματικά θεωρώ πως η αρχή της δεκαετίας του ’90 είναι η πύλη, η είσοδος στη σημερινή εποχή. Είναι η περίοδος που εμφανίζεται το internet, το unisex, διεθνώς, είναι η εποχή που αρχίζουν να συγχέονται τα φύλα. Ο λόγος που το τοποθέτησα εκεί βρίσκεται σε μια σημείωση στο τέλος του βιβλίου. Δανείστηκα μια πρώτη ύλη από ένα εγχειρίδιο ψυχιατρικής για τον χουλιγκανισμό, που είχε πολλά επικαιρικά στοιχεία, κι έτσι αποφάσισα να τοποθετήσω και την ιστορία την ίδια περίοδο. Μπορώ να σας πω ότι για τη δική μου ιδιοσυγκρασία, τη συγγραφική, με στενοχώρησε λίγο.


Δηλαδή, αν γράφατε την ιστορία στο σήμερα, οι δύο γυναίκες θα έμεναν μαζί;

Δεν το ξέρω αυτό, γιατί η κοινωνική βία πάνω τους είναι έντονη, αλλά σίγουρα θα ήταν άλλο το σκηνικό. Θα είχαν κινητά, Facebook, θα είχαμε δηλαδή έναν άλλο διάκοσμο που θα επηρέαζε την ιστορία.


Η κοινωνική πίεση, βία, όπως τη χαρακτηρίσατε, πιστεύετε ότι είναι η ίδια;

Είναι πιο ανεκτική η κοινωνία μας σήμερα. Ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία πέρασε το σύμφωνο συμβίωσης, οπότε ακόμα και τα πιο συντηρητικά κομμάτια της κοινωνίας είναι υποχρεωμένα να το δεχτούν. Γι’ αυτό θεωρώ και πολιτικό αυτό το βιβλίο, γιατί εντάσσεται σε ένα παγκόσμιο ρεύμα όπου η ομοφυλοφιλία αλλά και γενικότερα οι αποκλίνουσες σεξουαλικές συμπεριφορές αντιμετωπίζονται, και το βλέπουμε και σε μεγάλες κινηματογραφικές παραγωγές, ως υλικό για mainstream κοινό και όχι όπως συνηθιζόταν παλιότερα για gay ή queer κοινό. Είναι ταινίες και βιβλία που προσπαθούν να πουν στους ετεροφυλόφιλους πόσο μοιάζουν τελικά όλες οι σχέσεις μεταξύ τους. Προσπαθούν να μειώσουν το χάσμα.


Αισθανθήκατε, λοιπόν, κι εσείς κάποια ανάγκη να ενταχθείτε σε αυτό το ρεύμα της γεφύρωσης;

Είχα τέτοια, συνείδηση, βεβαίως, όχι ανάγκη.


Η Μελίνα από την αρχή του βιβλίου ταλαιπωρείται με το ερώτημα αν είναι ομοφυλόφιλη. Έχει μια αγωνία να ορίσει τη σεξουαλική της ταυτότητα. Δεν νομίζετε πως όλα θα ήταν ευκολότερα στη ζωή μας αν δεν είχαμε όλοι αυτή την αγωνία; Και, τελικά, πόσο δεσμευτική είναι αυτή η ταμπέλα που αποδίδουμε στους εαυτούς μας;

Ναι, συμφωνώ, απολύτως δεσμευτική. Στην αρχή της συγγραφής του βιβλίου μίλησα με ανθρώπους με gender studies (σπουδές φύλου) – ξέρετε, στις αγγλοσαξονικές χώρες είναι πολύ διαδεδομένες. Το φύλο, λοιπόν, είναι κοινωνική και όχι φυσική κατασκευή. Οι επιστήμονες λένε ότι γεννιέσαι με κάποια γεννητικά όργανα αλλά από κει και πέρα το ίδιο το φύλο και η σεξουαλική ταυτότητα είναι ένα μωσαϊκό. Ας πούμε, σε έναν άντρα μια συγκεκριμένη γυναίκα μπορεί να αναδείξει τις θηλυκές του πλευρές και μια άλλη γυναίκα σε μια άλλη σχέση τις αρσενικές. Και αντίστοιχα στις γυναίκες φυσικά. Είμαστε κράματα και στην πορεία της ζωής μας διαμορφώνουμε μια ταυτότητα που έχει διάφορες όψεις και διάφορες πλευρές. Ανακαλύπτουμε και κατασκευάζουμε το φύλο μας. Και αυτό δεν αφορά μόνο τη σεξουαλικότητα. Στην εποχή μας αντιμετωπίζουμε προβλήματα ταυτότητας σε όλα τα επίπεδα: πολιτικής, κοινωνικής. Και ταυτόχρονα την κατάρρευσή τους. Την κατάρρευση των στερεοτύπων.


Για να επιστρέψουμε στο βιβλίο… Η Βιβή κατά την παιδική της ηλικία τρομοκρατήθηκε από τη μάνα της σχετικά με το σεξ και τους άντρες και η Μελίνα βιάστηκε. Χρειάζονται ψυχολογικές-κοινωνικές «εξηγήσεις» για την ομοφυλοφιλία ή είναι βιολογικό το ζήτημα;

Δεν το γνωρίζω αυτό. Και επιστημονικά δεν υπάρχει απάντηση. Ξεχάστε την ομοφυλοφιλία και ας θέσουμε το ζήτημα αν ο άνθρωπος διαμορφώνεται ή γεννιέται, γενικά, ως χαρακτήρας. Δεν υπάρχει απάντηση. Δεν μπορείς να πεις με ασφάλεια και σιγουριά.


Ο χούλιγκαν είναι ο άλλος βασικός ήρωας του βιβλίου σας, με ένα πολύ λεπτομερές και ρεαλιστικό προφίλ. Κι ενώ στα θέματα της ομοφυλοφιλίας ως κοινωνία κάναμε βήματα μπροστά, στο θέμα του χουλιγκανισμού φαίνεται να είμαστε στάσιμοι. Σαν να σταμάτησε ο χρόνος στο ’90.

Κατ’ αρχάς, στην ελληνική λογοτεχνία, απ’ όσο ξέρω εγώ, δεν έχει εμφανιστεί ξανά το προφίλ ενός χούλιγκαν σε αυτή την έκταση. Οι Έλληνες δημοσιογράφοι δεν κάνουν έρευνα σε βάθος –είτε για λόγους οικονομικούς είτε για λόγους φόβου–, οπότε δεν έχουμε ρεπορτάζ που να απαντάνε στο πώς είναι οι χούλιγκαν. Εγώ βρήκα το εγχειρίδιο που σας ανέφερα και το χρησιμοποίησα. Επομένως δεν ξέρω να σας πω πώς είναι ο χούλιγκαν σήμερα. Δεν υπάρχει δημοσιογραφική κάλυψη, όχι μόνο σχετικά με τον χουλιγκανισμό αλλά και για χιλιάδες τομείς.