Ισορροπία τρόμου στην Κορεατική Χερσόνησο - Free Sunday

Free Sunday skin left

Free Sunday skin left

Ισορροπία τρόμου στην Κορεατική Χερσόνησο

Ισορροπία τρόμου στην Κορεατική Χερσόνησο

Ίσως για πρώτη φορά μετά την πτώση του αποκαλούμενου «ανατολικού μπλοκ» και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου ο κίνδυνος ευρείας στρατιωτικής εμπλοκής φαντάζει τόσο κοντινός.

Η ένταση των πυραυλικών δοκιμών της Βόρειας Κορέας και η νέα δοκιμή πυρηνικού όπλου –βόμβας υδρογόνου, αν πιστέψει κανείς τον προπαγανδιστικό μηχανισμό της Πιονγκγιάνγκ– έχουν αυξήσει επικίνδυνα το ρίσκο ενός ατυχήματος, ενώ από την πλευρά της Ουάσινγκτον η σκληρή ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ κατά του καθεστώτος του Κιμ Γιονγκ Ουν κάθε άλλο παρά καθησυχαστική ακούγεται στα αυτιά όσων φοβούνται ότι μια πολεμική σύρραξη (στην οποία δεν αποκλείεται και η χρήση πυρηνικών όπλων) είναι πολύ κοντά και πρέπει να γίνουν τα πάντα για να αποφευχθεί.

Αμετακίνητος ο Κιμ

Το βασικό πρόβλημα στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει όνομα και πρόσωπο: Κιμ Γιονγκ Ουν. Ο ηγέτης του «ερμητικού βασιλείου», όπως αποκαλείται στη Δύση η Λαϊκή Δημοκρατία της Βόρειας Κορέας, παρά το γεγονός ότι η χώρα του υπόκειται σε σκληρές κυρώσεις από τον ΟΗΕ, κυρώσεις που η Ουάσινγκτον επιδιώκει να γίνουν ακόμα πιο αυστηρές, με κήρυξη εμπάργκο πωλήσεων πετρελαίου στη Βόρεια Κορέα, δείχνει αποφασισμένος να αναπτύξει πλήρως το πυραυλικό και πυρηνικό του πρόγραμμα, το οποίο περιλαμβάνει πυραύλους μέσου βεληνεκούς, αλλά και διηπειρωτικούς, και πυρηνικά όπλα μεγάλης ισχύος (αν η τελευταία δοκιμή όντως αφορούσε βόμβα υδρογόνου, τότε η Βόρεια Κορέα «προήγαγε» το οπλοστάσιό της σε θερμοπυρηνικά όπλα).
Πληροφορίες που μετέφερε ο πρωθυπουργός της Νότιας Κορέας Λι Νακ Γιον αναφέρουν ότι ο βόρειος «άσπονδος γείτονας» ετοιμάζεται για νέα πυραυλική δοκιμή την Κυριακή, κίνηση που, αν υλοποιηθεί, θα αποτελέσει άλλη μια σταγόνα στο ποτήρι της υπομονής των ΗΠΑ και των συμμάχων τους έναντι του Κιμ Γιονγκ Ουν. Από την πλευρά της, η Πιονγκγιάνγκ συνεχίζει να απειλεί και να ξεκαθαρίζει ότι, αν προκληθεί, δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει τα όπλα μαζικής καταστροφής που έχει στη διάθεσή της.

Απουσία πληροφόρησης

Ένα από τα ζητήματα που κάνουν το πρόβλημα της Βόρειας Κορέας ακόμα πιο δυσεπίλυτο είναι η έλλειψη ακριβούς πληροφόρησης σχετικά τόσο με τις πολεμικές ικανότητες της Πιονγκγιάνγκ όσο και με τις πραγματικές διαθέσεις του Κιμ. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε άρθρο του στη «Washington Post» o πρώην διευθυντής της CIA Μάικλ Μόρελ ισχυρίζεται ότι η Βόρεια Κορέα όχι μόνο διαθέτει διηπειρωτικούς πυραύλους αλλά και μπορεί να χτυπήσει με σχετική ακρίβεια στόχους στις ΗΠΑ, διαφωνώντας με αναλυτές που υποστηρίζουν ότι το καθεστώς του Κιμ Γιονγκ Ουν δεν έχει ακόμη αυτή τη δυνατότητα.
Αντίστοιχα προβλήματα αντιμετωπίζουν και οι εμπειρογνώμονες που παρακολουθούν εκ του μακρόθεν τις κινήσεις του Κιμ. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο επικεφαλής της Διεθνούς Οργάνωσης Ατομικής Ενέργειας (IAEA) Γιουκίγια Αμάνο, αν και παραδέχτηκε ότι δεν έχει τη δυνατότητα να διαπιστώσει αν όντως η Βόρεια Κορέα δοκίμασε βόμβα υδρογόνου, είπε ότι η ισχύς του όπλου είναι μεγαλύτερη από αυτήν των όπλων προηγούμενων δοκιμών και, ως εκ τούτου, «είναι ασφαλές να πούμε ότι έχει προχωρήσει σημαντικά». Μάλιστα, ο Αμάνο σημείωσε στο CNN ότι «η απειλή της Βόρειας Κορέας είναι πλέον παγκόσμια, από περιφερειακή που θεωρούνταν έως πρόσφατα. Είναι μια παγκόσμια απειλή και συνδυάζει πυρηνικά όπλα και πυραύλους».

Σχέδιο «στραγγαλισμού» και πυραυλική ασπίδα

Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα η Ουάσινγκτον δείχνει αποφασισμένη να αυξήσει την πίεση, τόσο προς την Πιονγκγιάνγκ όσο και προς το Πεκίνο, το οποίο θεωρείται ο κρίσιμος «παίκτης» στην κρίση της Κορεατικής Χερσονήσου. Προσχέδιο ψηφίσματος των ΗΠΑ που παρουσιάστηκε στην τελευταία συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ ζητούσε, μεταξύ άλλων, να επιβληθεί εμπάργκο στις πωλήσεις πετρελαίου στη Βόρεια Κορέα με στόχο να «στραγγαλιστεί» η οικονομία της χώρας, αλλά και να γίνει δύσκολη η μετακίνηση στρατιωτικών δυνάμεων και όποιου άλλου οχήματος χρειάζεται καύσιμα. Μάλιστα, δεδομένου ότι Πεκίνο και Μόσχα αντιτίθενται σε τέτοιο μέτρο, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Στίβεν Μνούσιν ανακοίνωσε ότι έχει έτοιμο προεδρικό διάταγμα το οποίο θα επιβάλλει κυρώσεις σε όποιες χώρες συνεχίζουν να έχουν εμπορικές σχέσεις με την Πιονγκγιάνγκ.
Από την άλλη πλευρά, ο Τραμπ άνοιξε τον δρόμο για «μεγάλες μπίζνες» με Νότια Κορέα και Ιαπωνία, αναφέροντας ότι θα επιτρέψει στις δύο αυτές χώρες να προμηθευτούν τα «πλέον εξελιγμένα» οπλικά συστήματα που διαθέτουν οι ΗΠΑ για να αντιμετωπίσουν την απειλή της Βόρειας Κορέας. Την ίδια στιγμή, στο τελικό στάδιο ανάπτυξης βρίσκεται το αμερικανικό σύστημα πυραυλικής προστασίας στη Νότια Κορέα, το οποίο έχει προκαλέσει αντιδράσεις από κινήσεις πολιτών στη χώρα, οι οποίες θεωρούν ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο επιδεινώνεται η κατάσταση στην Κορεατική Χερσόνησο.

Το «αίνιγμα» της Κίνας

Κατά την άποψη πολλών αναλυτών, ο κρίσιμος παράγοντας για την ύφεση στην τρέχουσα κρίση είναι η στάση του Πεκίνου. Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος οικονομικός εταίρος της Βόρειας Κορέας και θεωρείται η χώρα η οποία θα μπορούσε να βάλει σε τάξη τον Κιμ και τα «παιχνίδια πολέμου» που αναπτύσσει το τελευταίο διάστημα. Ταυτόχρονα, οι ΗΠΑ πιέζουν προς αυτή την κατεύθυνση το Πεκίνο, με τον Τραμπ να δηλώνει ότι είχε τηλεφωνική συνομιλία με τον Κινέζο ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ και ότι «είχαμε μια πολύ ειλικρινή και πολύ δυνατή συνομιλία. [...] Ο πρόεδρος Σι θα ήθελε να κάνει κάτι... Θα δούμε αν θα το καταφέρει ή όχι. Αλλά δεν θα ανεχτούμε αυτά που συμβαίνουν στη Βόρεια Κορέα. Πιστεύω ότι ο πρόεδρος Σι συμφωνεί 100% μαζί μου», αν και ξεκαθάρισε ότι η στρατιωτική δράση ενάντια στη Βόρεια Κορέα δεν αποτελεί την πρώτη επιλογή.
Για την ώρα, η Κίνα συμφωνεί με τις επιπλέον κυρώσεις στη Βόρεια Κορέα, αν και φαίνεται να αντιτίθεται στο εμπάργκο πετρελαίου, και ταυτόχρονα επιδίδεται σε στρατιωτικές ασκήσεις για την περίπτωση «ξαφνικής επίθεσης». Το Πεκίνο σε γενικές γραμμές επιδιώκει να αποφύγει τη σύγκρουση με την Πιονγκγιάνγκ (και φοβούμενο μια κίνηση αυτοκτονίας από το καθεστώς του Κιμ, όπως μια επίθεση στη Νότια Κορέα), ωστόσο μοιάζει «στριμωγμένο» ανάμεσα στις καλές σχέσεις με τη Βόρεια Κορέα και τις διεθνείς υποχρεώσεις της Κίνας.