Γιατί έχασε η Χίλαρι Κλίντον - Free Sunday

Free Sunday skin left

Free Sunday skin left

Γιατί έχασε η Χίλαρι Κλίντον

Γιατί έχασε η Χίλαρι Κλίντον

Αν ο ίδιος αναλυτής, όμως, έλεγε ότι ο Τραμπ θα κέρδιζε εκλογές με αντίπαλο την πρώην υπουργό Εξωτερικών και πρώην γερουσιαστή του Δημοκρατικού Κόμματος Χίλαρι Κλίντον, τότε ο περίγυρος θα τον χαρακτήριζε τουλάχιστον παράφρονα. Πώς θα ήταν δυνατόν ένας επιχειρηματίας και τηλεπερσόνα να κερδίσει εκλογική αναμέτρηση με ένα από τα πλέον προβεβλημένα πολιτικά πρόσωπα στις ΗΠΑ τις τελευταίες δεκαετίες; Αδιανόητο!

Κι όμως, τις πρώτες πρωινές ώρες της 9ης Νοεμβρίου το… αδιανόητο ήταν πραγματικότητα: ο Ντόναλντ Τραμπ κέρδιζε την πλειοψηφία του Κολεγίου των Εκλεκτόρων και ήταν ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ, κάτι που λίγες ώρες αργότερα αποδεχόταν και η ίδια η Κλίντον σε μια συναισθηματικά φορτισμένη ομιλία, βάζοντας ουσιαστικά τέλος σε μια λαμπρή αλλά και αμφιλεγόμενη πολιτική καριέρα.

Τώρα, λοιπόν, που ο «πανικός» της προεκλογικής εκστρατείας έληξε και υπάρχει κάποια απόσταση από τα γεγονότα, έχουν αρχίσει οι αναλύσεις σχετικά με το πώς η Κλίντον, ένα αληθινό «πολιτικό τέρας», κατόρθωσε να χάσει την εκλογική αναμέτρηση από έναν άνθρωπο με μηδενική πολιτική και διοικητική (σε επίπεδο κομμάτων ή κράτους) εμπειρία. Φυσικά η ήττα της Κλίντον αποτελεί ένα πολυπαραγοντικό γεγονός και δεν υπάρχει μόνο ένα στοιχείο που βάρυνε στο εκλογικό αποτέλεσμα. Παρακάτω παρουσιάζονται μερικές από τις αιτίες που όλοι οι αναλυτές συμφωνούν ότι έπαιξαν μείζονα ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα των εκλογών για την ανάδειξη του 45ου Προέδρου των ΗΠΑ.

Φταίει το εκλογικό σύστημα

Το εκλογικό σύστημα στις ΗΠΑ είναι τέτοιο που ένας υποψήφιος μπορεί να λάβει την πλειοψηφία της λαϊκής ψήφου και… να χάσει τις εκλογές. Το φαινόμενο αυτό παρατηρήθηκε στις εκλογές του 2000, όταν ο δημοκρατικός Αλ Γκορ συγκέντρωσε περίπου 51 εκατομμύρια ψήφους έναντι σχεδόν 50,5 εκατομμυρίων που έλαβε ο ρεπουμπλικάνος Τζορτζ Γ. Μπους. Ωστόσο, μετά από μια αμφιλεγόμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Φλόριντα, ο Μπους κατόρθωσε να συγκεντρώσει τους απαραίτητους 271 εκλέκτορες και να εκλεγεί Πρόεδρος των ΗΠΑ. Το ίδιο συνέβη και φέτος: η Κλίντον κυριάρχησε στη λαϊκή ψήφο (έλαβε 1,2 εκατομμύρια περισσότερες ψήφους έναντι του αντιπάλου της), ωστόσο ο Τραμπ κυριάρχησε στις Πολιτείες που θεωρείται ότι εκλέγουν Πρόεδρο (Φλόριντα, Οχάιο, Πενσιλβάνια κ.λπ.) και αναμένεται –αφού ακόμη δεν έχουν οριστικοποιηθεί τα αποτελέσματα– να λάβει πάνω από 300 εκλεκτορικές ψήφους.

Πάντως, αναλυτές στις ΗΠΑ σημειώνουν ότι το επιτελείο της Κλίντον γνώριζε τις ιδιομορφίες του εκλογικού συστήματος και όφειλε να δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στις λεγόμενες «swing states», αλλά και σε Πολιτείες όπως το Μίσιγκαν, το οποίο πέρασε στα χέρια των Ρεπουμπλικάνων – σημειώνουν χαρακτηριστικά ότι ο Τραμπ την τελευταία ημέρα της προεκλογικής περιόδου έκανε περιοδεία εκεί, ενώ η Κλίντον είχε μικρότερη παρουσία.

Φταίει το FBI

Από την πλευρά της, η ίδια η Κλίντον φέρεται να είναι σε έξαλλη κατάσταση με το FBI και με τον διευθυντή του, Τζέιμς Κόμεϊ. Είναι αλήθεια ότι για πρώτη φορά στην Ιστορία των ΗΠΑ ένας υποψήφιος κάνει προεκλογική εκστρατεία με επικρεμάμενη τη δαμόκλειο σπάθη της παραπομπής του στη Δικαιοσύνη λόγω έρευνας του FBI.

Μιας έρευνας που αφορούσε τη χρήση από την Κλίντον, όταν ήταν επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ιδιωτικού server για την ηλεκτρονική της αλληλογραφία. Σύμφωνα με το επιτελείο της Κλίντον, η μακρόσυρτη και αμφιταλαντευόμενη έρευνα του FBI κυριολεκτικά κρατούσε την Κλίντον όμηρο, παρά το γεγονός ότι τελικά ο Κόμεϊ παραδέχτηκε ότι δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο που να μπορεί να στηρίξει παραπομπή της –αφού πρώτα, στην τελική ευθεία της προεκλογικής εκστρατείας, είχε δημοσιοποιήσει εμπρηστική επιστολή. Όπως είναι φυσικό, οι Ρεπουμπλικάνοι αξιοποίησαν μέχρι τέλους την υπόθεση –ο Τραμπ έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο να συστήσει επιτροπή με στόχο την παραπομπή Κλίντον–, εξαπολύοντας διαρκείς επιθέσεις και κατηγορώντας ακόμα και την κυβέρνηση Ομπάμα για προσπάθεια συγκάλυψης του «σκανδάλου», ενώ και η ίδια η Χίλαρι φέρεται να κατηγορεί τον Ομπάμα ότι δεν έβαλε όρια στον διευθυντή του FBI όταν έπρεπε.

Αναλυτές στις ΗΠΑ υποστηρίζουν ότι η υπόθεση της έρευνας του FBI έβλαψε ανεπανόρθωτα την εκστρατεία της Κλίντον, κρατώντας τη μονίμως σε άμυνα και αποσπώντας το ενδιαφέρον του εκλογικού σώματος από τα πραγματικά διακυβεύματα των εκλογών. Ωστόσο, όπως σημειώνεται από άλλες πλευρές, και η πλευρά Κλίντον δεν κατόρθωσε να δώσει σαφείς και ξεκάθαρες απαντήσεις για τα περίπου 30.000 email που διαγράφηκαν, αλλά και για την παράτυπη πρακτική να χρησιμοποιείται ιδιωτικός server για κυβερνητικές υποθέσεις, ορισμένες εκ των οποίων ευαίσθητου ή απόρρητου χαρακτήρα.

Φταίει ο Τραμπ

Σύμφωνα με ορισμένους αναλυτές, η Κλίντον και το επιτελείο της στάθηκε αδύνατο να ελέγξουν και να αντιμετωπίσουν ουσιαστικά τον αντίπαλό της, Ντόναλντ Τραμπ, καθ’ όλη τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας. Ο Τραμπ, ακολουθώντας μια ιδιόρρυθμη τακτική, εκτόξευε συνεχώς τερατολογίες και αβάσιμες κατηγορίες –ακόμη και σε προσωπικό επίπεδο– κατά των αντιπάλων του, είτε ήταν οι άλλοι Ρεπουμπλικάνοι υποψήφιοι για το χρίσμα του κόμματος είτε, μετά το συνέδριο, ήταν η Κλίντον.

Η τακτική του Τραμπ, όσο κι αν φαίνεται παράλογη, δημιουργούσε ένα κλίμα διαρκούς «κατάστασης πολιορκίας» στο στρατόπεδο της Κλίντον, το οποίο καλούνταν να απαντά σε όποιον «δράκο» εκτόξευε ο ρεπουμπλικάνος υποψήφιος εις βάρος της, εις βάρος της οικογένειάς της και εις βάρος των πολιτικών της θέσεων. Έτσι, ενώ ο Τραμπ δημιουργούσε ένα τοξικό νέφος γύρω της, ο ίδιος έβγαινε αλώβητος απ’ οποιαδήποτε κατηγορία εκτόξευε εναντίον του η «διεφθαρμένη Χίλαρι», όπως την αποκαλούσε. Εδώ πρέπει να σημειωθεί και ο ρόλος των ΜΜΕ, τα οποία άφησαν επί μακρόν τον Τραμπ κυριολεκτικά να λέει ό,τι του κατέβει. Όταν τα media συνειδητοποίησαν ότι είχαν πέσει στην παγίδα του Τραμπ, ήταν ήδη αργά: οι προκριματικές των Ρεπουμπλικάνων είχαν τελειώσει, ο Τραμπ είχε αναδειχθεί θριαμβευτής και το ρεύμα υπέρ του είχε δημιουργηθεί.

Φταίει ο Σάντερς

Το ζήτημα είναι ότι η Χίλαρι Κλίντον μπήκε στην τελευταία φάση της προεκλογικής εκστρατείας έχοντας υποστεί «τραύματα» από τις προκριματικές εκλογές του Δημοκρατικού Κόμματος με αντίπαλο τον σοσιαλδημοκράτη γερουσιαστή Μπέρνι Σάντερς. Ο Σάντερς, κάνοντας μια προεκλογική εκστρατεία στηριγμένη σε μια σαφή σοσιαλδημοκρατική πλατφόρμα –κατά των ανισοτήτων, κατά της Wall Street, υπέρ της αναδιανομής του εισοδήματος, υπέρ των δικαιωμάτων κ.λπ.–, ουσιαστικά υποχρέωσε την Κλίντον να αλλάξει στρατηγική, να κινηθεί πιο «αριστερά», αλλά και να αμυνθεί για τις σχέσεις της με τη Wall Street και για την υποστήριξη πολιτικών που συνέβαλαν στην κρίση, όπως η εμπορική συμφωνία NAFTA. Μάλιστα, λόγω Σάντερς, η Κλίντον υποχρεώθηκε να «αδειάσει» τον Πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα, παίρνοντας αποστάσεις από την εμπορική συμφωνία TTP, την οποία η κυβέρνηση των ΗΠΑ υποστήριζε μετ’ επιτάσεως.

Φταίει η ίδια η Κλίντον

Στο τέλος της ημέρας, η μεγαλύτερη ευθύνη για την ήττα βαραίνει την ίδια την Κλίντον, η οποία φάνηκε να μην αντιλαμβάνεται την περιρρέουσα ατμόσφαιρα των φετινών προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ. Όταν ένας 75άρης εβραίος σοσιαλιστής από το Μπρούκλιν σου κάνει τη ζωή δύσκολη στις προκριματικές εκλογές του κόμματός σου ευαγγελιζόμενος τον σοσιαλισμό (!) στις ΗΠΑ, όταν ένας επιχειρηματίας/τηλεπερσόνα με πορτοκαλί δέρμα και μηδενική πολιτική εμπειρία διαλύει κυριολεκτικά το «βαθύ κατεστημένο» του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος έχοντας ως βασικό σύνθημα «Να ξανακάνουμε μεγάλη την Αμερική», τότε χρειάζεται ανάλυση του πολιτικού κλίματος και αναπροσαρμογή του συνόλου της καμπάνιας σου, το βασικό μήνυμα της οποίας –αν και υπόρρητο– είναι «Μια από τα ίδια με μικρές παραλλαγές». Μπορεί το μήνυμα και η πολιτική της Κλίντον να ήταν πραγματικά και ρεαλιστικά, αλλά σε μια περίοδο που οι ψηφοφόροι μαζεύονται γύρω από υποψηφίους με πιο οραματικό/λαϊκίστικο λόγο η επιμονή στην αρχική γραμμή, δυστυχώς, κοστίζει.

Παράλληλα, η Κλίντον αντιμετώπιζε ένα ακόμη πρόβλημα, αυτό της δημοτικότητάς της. Σε σατιρική, αλλά πραγματική δημοσκόπηση της «Washington Post» το 2015 η Χίλαρι βγήκε λιγότερο δημοφιλής από τον… Darth Vader, τον κακό του «Πολέμου των Άστρων», και τον καρχαρία (!) από τα «Σαγόνια του Καρχαρία» (παρεμπιπτόντως, στη δημοσκόπηση εκείνη ο μόνος πολιτικός με θετικό ισοζύγιο απόψεων ήταν ο Σάντερς, ενώ ο Τραμπ ήταν ο πλέον αντιδημοφιλής) και, δυστυχώς γι’ αυτήν, η υπόθεση του FBI και οι διαρκείς επιθέσεις του Τραμπ επιδείνωσαν την εικόνα της.

Αλλά και η ίδια δεν έκανε κάτι για να αποδείξει ότι μπορεί να ξεφύγει από το στερεότυπο του «κατεστημένου της Ουάσινγκτον», για το οποίο την κατηγορούσαν ακόμα και δημοκρατικοί ψηφοφόροι και αναλυτές: παρά τις φήμες για την πολέμια της Wall Street Ελίζαμπεθ Γουόρεν ή ακόμα και για τον Μπέρνι Σάντερς, η Κλίντον επέλεξε για αντιπρόεδρό της τον Τιμ Κέιν, έναν αξιοπρεπή, σοβαρό και ικανό γερουσιαστή, ο οποίος, ωστόσο, κάθε άλλο παρά εκτός κατεστημένου μπορεί να θεωρηθεί.

Εν τέλει, φαίνεται ότι, μαζί με όλα τα άλλα προβλήματα, η Χίλαρι Κλίντον δεν κατανόησε όσο θα έπρεπε τον «χειμώνα της δυσαρέσκειας» του εκλογικού σώματος των ΗΠΑ. Δεν έπιασε τον σφυγμό των Αμερικανών, όπως κατάφερε να τον πιάσει ο Τραμπ και σε μικρότερο βαθμό ο Σάντερς. Επέμεινε σε μια «πραγματιστική» προσέγγιση της προεκλογικής εκστρατείας και σήμερα βρίσκεται εκτός Λευκού Οίκου και στη δύση της πολιτικής της καριέρας. Η εποχή Τραμπ έφτασε και, ενδεχομένως, το βασικό άτομο που πρέπει να κατηγορεί η Κλίντον γι’ αυτό είναι ο ίδιος ο εαυτός της.