Οι Ολλανδοί χτυπάνε πάντα δύο φορές - Free Sunday
Οι Ολλανδοί χτυπάνε πάντα δύο φορές

Οι Ολλανδοί χτυπάνε πάντα δύο φορές

Στο δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε την περασμένη Τετάρτη οι Ολλανδοί είπαν ένα εντυπωσιακό «όχι» στην οικονομική, πολιτική συμφωνία σύνδεσης της Ουκρανίας με την Ε.Ε. Ενώ τα εθνικά Κοινοβούλια έχουν εγκρίνει, όπως και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τη στρατηγικής σημασίας συμφωνία, η οποία μετατοπίζει γεωπολιτικά την Ουκρανία από τη σφαίρα επιρροής της Ρωσίας προς την Ε.Ε., οι Ολλανδοί την απέρριψαν, μέσω δημοψηφίσματος, με ένα ποσοστό της τάξης του 62%.
Η συμμετοχή στο δημοψήφισμα ήταν περιορισμένη, μόλις 32% των ψηφοφόρων, αλλά το δημοψήφισμα θεωρείται έγκυρο, εφόσον η συμμετοχή ξεπέρασε το ελάχιστο όριο του 30%, το οποίο ορίζεται από τον νόμο. Το αποτέλεσμα δεν είναι δεσμευτικό για την κυβέρνηση, δημιουργεί όμως πολιτική δυναμική και υποχρεώνει τον κεντροδεξιό πρωθυπουργό κ. Ρούτε να αναθεωρήσει τη στάση του έναντι της συμφωνίας Ε.Ε.-Ουκρανίας και τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Γιούνκερ να βρει τρόπο σχετικά ανώδυνης παράκαμψης του «όχι» των Ολλανδών.

Το χτύπημα του 2005
Δεν είναι η πρώτη φορά που οι Ολλανδοί δημιουργούν πρόσθετα προβλήματα στην ευρωπαϊκή στρατηγική μέσω δημοψηφίσματος. Την 1η Ιουνίου του 2005 απέρριψαν με δημοψήφισμα, αμέσως μετά τη Γαλλία, το λεγόμενο Ευρωσύνταγμα. Χάθηκε τότε μια ιστορική ευκαιρία πολιτικής ενίσχυσης των ευρωπαϊκών θεσμών, η οποία θα άνοιγε τον δρόμο στην κοινή και αποτελεσματική αντιμετώπιση των οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων. Το 2005 οι Ολλανδοί είπαν «όχι» στο λεγόμενο Ευρωσύνταγμα με ποσοστό 61,6%, ενώ η συμμετοχή σε εκείνο δημοψήφισμα ήταν 62,8%.
Τότε, όπως και τώρα, οι Ολλανδοί πολίτες αξιοποίησαν ένα ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος δημοψήφισμα για να στείλουν το δικό τους πολιτικό μήνυμα. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του Τύπου, την περίοδο του δημοψηφίσματος του 2005 το «όχι» εξέφραζε πρώτα απ’ όλα την κρίση αξιοπιστίας των ευρωπαϊκών θεσμών στην αντίληψη της ολλανδικής κοινής γνώμης. Οι ψηφοφόροι θεώρησαν τότε ότι η Ε.Ε. ήταν πολύ μακριά από τον πολίτη και περισσότερο γραφειοκρατική απ’ ό,τι έπρεπε και πως η ολλανδική συμμετοχή στην Ε.Ε. συνοδευόταν από μια υπερβολικά μεγάλη καθαρή συνεισφορά στον κοινοτικό προϋπολογισμό. Επιπλέον, αντιμετώπισαν με δυσπιστία την απόφαση της Ε.Ε. να ξεκινήσει ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Τουρκία και θεώρησαν ότι η επιτάχυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, με τη βοήθεια του Ευρωσυντάγματος, θα οδηγούσε σε ανεξέλεγκτα μεταναστευτικά ρεύματα.
Γαλλία και Ολλανδία έβαλαν τέλος, με δημοψηφίσματα το 2005, στην έγκριση του Ευρωσυντάγματος, παρά το γεγονός ότι είναι χώρες-ιδρυτικά μέλη της ΕΟΚ και είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης για δεκαετίες ολόκληρες.

Ετερόκλητος συνασπισμός
Το νέο δημοψήφισμα πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία ενός ετερόκλητου πολιτικού συνασπισμού, ο οποίος συγκέντρωσε, με μεγάλη ευκολία, πάνω από 300.000 υπογραφές πολιτών που χρειάζονται για τη διοργάνωση δημοψηφίσματος.
Η μεγαλύτερη δύναμη που στήριξε το «όχι» είναι η αντιευρωπαϊκή ακροδεξιά του Γκέερτ Βίλντερς. Το κόμμα του έρχεται πρώτο με άνεση στις δημοσκοπήσεις και συνεργάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με το Εθνικό Μέτωπο της Μαρίν Λεπέν. «Όχι» στο δημοψήφισμα είπαν και οι εκπρόσωποι της ριζοσπαστικής Αριστεράς, οι Οικολόγοι και διάφορες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που θεωρούν ότι η Χάγη και οι Βρυξέλλες χαράσσουν πολιτική χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους τον προβληματισμό και τις ευαισθησίες των πολιτών.
Σε ό,τι αφορά την Ουκρανία, οι υποστηρικτές του «όχι», απ’ όποιον πολιτικό χώρο και αν προέρχονται, θεωρούν ότι είναι μία λιγότερο αναπτυγμένη χώρα, το καθεστώς της οποίας ελέγχεται από τους λεγόμενους ολιγάρχες και είναι διεφθαρμένο.
Δεν θέλουν, λοιπόν, μια συμφωνία σύνδεσης της Ουκρανίας με την Ε.Ε. που μπορεί να οδηγήσει, σε βάθος δεκαετιών, σε πλήρη ένταξη στην Ε.Ε., ούτε θέλουν να αναλάβουν τους κινδύνους που συνεπάγεται η αντιπαράθεση με τη Ρωσία προκειμένου να μετακινηθεί η Ουκρανία από τη ρωσική σφαίρα επιρροής προς την Ε.Ε.
Η δημοσίευση των Panama Papers, στην τελική ευθεία προς το δημοψήφισμα, ενίσχυσε την επιχειρηματολογία των υποστηρικτών του «όχι». Ο Πρόεδρος της Ουκρανίας κ. Ποροσένκο, γνωστός στη χώρα του και ως «ο βασιλιάς της σοκολάτας» εξαιτίας των συμφερόντων του στη σοκολατοποιία, είναι ένας ολιγάρχης που υπηρέτησε από κυβερνητικές θέσεις το φιλορωσικό καθεστώς αλλά τώρα ηγείται της διαδικασίας εκδημοκρατισμού, εκσυγχρονισμού και εξευρωπαϊσμού της Ουκρανίας. Στην αντίληψη της πλειονότητας των Ολλανδών είναι ένας δισεκατομμυριούχος ο οποίος κερδοσκοπεί με όλες τις καταστάσεις σε βάρος της χώρας του. Το όνομά του αναφέρεται στα Panama Papers, εφόσον ίδρυσε εξωχώρια εταιρεία για να διαχειριστεί τα συμφέροντά του μέσω Παναμά, την περίοδο που βρισκόταν σε εξέλιξη ο πόλεμος μεταξύ του Κιέβου και των ρωσόφιλων αυτονομιστών της ανατολικής Ουκρανίας. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι προχώρησε στην ίδρυση εξωχώριας εταιρείας για να διαχωρίσει τα ιδιωτικά του συμφέροντα από τις ευθύνες που έχει ως Πρόεδρος, οι επικριτές του όμως επισημαίνουν ότι εξακολουθεί να ελέγχει πλήρως τον όμιλο επιχειρήσεών του, δύο χρόνια μετά την άνοδό του στο προεδρικό αξίωμα και παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του.
Το ζήτημα όμως είναι πιο σύνθετο από το «όχι» στη συμφωνία σύνδεσης της Ουκρανίας με την Ε.Ε., εφόσον οι υποστηρικτές του «όχι» στο δημοψήφισμα αξιοποίησαν την ευκαιρία για να προβάλουν, όπως το 2005, το δικό τους πολιτικό μήνυμα. Είναι αντίθετοι στην ισχύ και στη γραφειοκρατία των Βρυξελλών, έχουν βασικές αντιρρήσεις στη λειτουργία του ευρώ, είναι αντίθετοι στη δημοσιονομική επιβάρυνση της Ολλανδίας λόγω Ε.Ε., λένε «όχι» στην υποδοχή προσφύγων και μεταναστών και εξακολουθούν να εναντιώνονται στην ανάπτυξη της συνεργασίας με την Τουρκία και στην προοπτική ένταξής της στην Ε.Ε. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος αναμένεται να προκαλέσει πολιτικούς κλυδωνισμούς στη Χάγη και να ενισχύσει την κρίση αξιοπιστίας που έχει εκδηλωθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο σε βάρος των Βρυξελλών.

Αρνητική δυναμική
Το «όχι» των Ολλανδών ματαίωσε το 2005 τα φιλόδοξα σχέδια για θεσμική αναβάθμιση της Ε.Ε. μέσω του λεγόμενου Ευρωσυντάγματος, ενώ το «όχι» των Ολλανδών το 2016 μπορεί να δημιουργήσει μία εξαιρετικά αρνητική πολιτική δυναμική σε μια περίοδο κατά την οποία η Ε.Ε. δεν προχωρά στην κατεύθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης και δυσκολεύεται να διατηρήσει τα κεκτημένα και τη συνοχή της.
Το αρνητικό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος διευκολύνει τα σχέδια των υποστηρικτών του Brexit στο Ηνωμένο Βασίλειο. Από τη στιγμή που μια χώρα που ήταν ιδρυτικό μέλος της ΕΟΚ και πρωταγωνίστησε στην ευρωπαϊκή ενοποίηση φαίνεται να γυρνάει την πλάτη της στην Ε.Ε., το Ηνωμένο Βασίλειο –το οποίο ήταν πάντα ένας δύσκολος εταίρος λόγω της ειδικής σχέσης με τις ΗΠΑ και της Κοινοπολιτείας– νομιμοποιείται να επιλέξει το Brexit. Άλλωστε πολλοί από τους υποστηρικτές του «όχι» στο δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε στην Ολλανδία μιλούν ήδη για την προοπτική του Nexit (το Ν από το Netherlands).
Κερδισμένος από το «όχι» των Ολλανδών βγαίνει και ο Πούτιν, ο οποίος μπορεί να εμφανιστεί δικαιωμένος στην αντίθεσή του στην παρέμβαση της Ε.Ε. υπέρ του Ποροσένκο και κατά του προκατόχου του Γιανουκόβιτς, που είχε στόχο να αναδειχθούν τα ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά της Ουκρανίας σε βάρος των παραδοσιακών δεσμών της με τη Ρωσία και της επιρροής που ασκεί η Μόσχα στο Κίεβο. Το «όχι» των Ολλανδών μπορεί να λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά για το ολοένα πιο προβληματικό οικοδόμημα της Ε.Ε.