Το μέλλον της Ευρώπης κρίνεται στην Ιταλία - Free Sunday

Free Sunday skin left

Free Sunday skin left

Το μέλλον της Ευρώπης κρίνεται στην Ιταλία
Η Ελλάδα έχει μεγαλύτερα προβλήματα, αλλά και περισσότερες αντοχές.

Το μέλλον της Ευρώπης κρίνεται στην Ιταλία

Η Ιταλία έχει δημιουργήσει μια παράδοση έντονης πολιτικής αντίδρασης στον τρόπο που η Ε.Ε. διαχειρίζεται τις διάφορες κρίσεις.

Τόσο στην αντιμετώπιση των συνεπειών της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008-2009 όσο και στο προσφυγικό-μεταναστευτικό, ένα μεγάλο τμήμα της ιταλικής κοινής γνώμης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ε.Ε. δεν στάθηκε στο πλευρό της Ιταλίας.

Κατά περιόδους ενισχύεται ο ευρωσκεπτικισμός και ο αντιευρωπαϊσμός ως αντίδραση στις μεγάλες δυσκολίες.

Ανάλογες αντιδράσεις έχουν παρατηρηθεί κατά περιόδους και στη χώρα μας, η οποία ακολουθεί κατά τη διάρκεια των κρίσεων παράλληλη πορεία προς την Ιταλία. Σε αυτή τη φάση, όπου ο κορονοϊός αποτελεί μεγάλη απειλή για τη δημόσια υγεία αλλά και την οικονομία, η Ελλάδα δείχνει να έχει μεγαλύτερες αντοχές, αλλά μπορεί να αντιμετωπίσει στο μέλλον πιο σύνθετα οικονομικά προβλήματα.

 

Πρωτοφανής δοκιμασία

Η Ιταλία δοκιμάζεται αυτή την περίοδο σε δύο μέτωπα. Έχει τις μεγαλύτερες απώλειες –ο αριθμός των θανάτων αγγίζει το φράγμα των 20.000– από τις ευρωπαϊκές χώρες εξαιτίας του κορονοϊού και η οικονομία της έχει δεχτεί ένα φοβερό πλήγμα, από το οποίο είναι εξαιρετικά δύσκολο να συνέλθει.

Ήδη οι Ιταλοί έχουν αρχίσει να στρέφονται ξανά κατά των Βρυξελλών και του Βερολίνου και αυτό μπορεί να οδηγήσει σε εντυπωσιακές εξελίξεις, ακόμη και να θέσει σε δοκιμασία τη συνοχή της Ευρωζώνης και της Ε.Ε.

Μετά το Brexit η Ε.Ε. δεν έχει περιθώρια να χάσει άλλο σημαντικό κράτος-μέλος. Η Ιταλία είναι ιδρυτικό κράτος-μέλος της ΕΟΚ, έχει μεγάλη συμβολή στη διαδικασία ευρωπαϊκής ενοποίησης και έχει την τρίτη σημαντικότερη οικονομία της Ευρωζώνης, μετά τη Γερμανία και τη Γαλλία.

Σε αντίθεση με αυτά που ισχυρίζονται όσοι την εμφανίζουν εξαρτημένη από τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, έχει καθαρή συνεισφορά σε αυτόν, δηλαδή δίνει σε ετήσια βάση περισσότερα απ’ όσα παίρνει.

Η κρίση στην Ιταλία, υγειονομική και οικονομική, ξέσπασε στο πιο αναπτυγμένο, βόρειο τμήμα της. Εκεί είναι συγκεντρωμένη η βιομηχανία της και σημαντικές εξαγωγικές επιχειρήσεις με άμεση διασύνδεση με άλλες περιοχές της Ε.Ε. που είναι εξαιρετικά αναπτυγμένες και χαρακτηρίζονται από υψηλό βιοτικό επίπεδο. Όταν πηγαίνουν άσχημα το Μιλάνο και η Λομβαρδία, δυσκολεύονται η Αυστρία, η Βαυαρία και άλλες περιοχές της Ε.Ε., όπως και η Ελβετία.

Επομένως, δεν μιλάμε για μία λιγότερο αναπτυγμένη χώρα της Ευρωζώνης που δεν επηρεάζει ιδιαίτερα τις εξελίξεις, αλλά για έναν από τους πρωταγωνιστές του ευρωσυστήματος.

Το πρόβλημα είναι ότι η Ιταλία έχει πίσω της μία εικοσαετία οικονομικής στασιμότητας, η οποία στην αντίληψη της ευρύτερης κοινής γνώμης ταυτίζεται με τη συμμετοχή της στο ευρώ. Είναι το μόνο κράτος-μέλος της Ευρωζώνης, εκτός φυσικά από την Ελλάδα, όπου το ΑΕΠ εξακολουθεί να κινείται σε χαμηλότερα επίπεδα απ’ ό,τι το 2008-2009.

Είχε δημιουργηθεί η προσδοκία ότι θα έβρισκε σιγά-σιγά τον δρόμο προς την οικονομική ανάπτυξη. Δυστυχώς, το τελευταίο τρίμηνο του 2019 και το πρώτο δίμηνο του 2020 η οικονομία σταμάτησε να αναπτύσσεται και στη συνέχεια ήρθε ο κορονοϊός, για να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις της βαθιάς ύφεσης.

 

Μόνο η ΕΚΤ

Στην πρώτη φάση της νέας δοκιμασίας που διέρχεται η Ιταλία μόνο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων.

Η επικεφαλής της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, ξεκίνησε άσχημα, δηλώνοντας ότι τα spreads δεν είναι δική της αρμοδιότητα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προκληθεί κρίση εμπιστοσύνης σε βάρος των ομολόγων του ιταλικού Δημοσίου και να παρατηρηθεί αύξηση στο επιτόκιο του δεκαετούς ομολόγου.

Στη συνέχεια, όμως, η ΕΚΤ ανακοίνωσε την έναρξη ενός νέου προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης, ύψους 750 δισ. ευρώ, με τη μορφή Επειγουσών Αγορών για την Πανδημία.

Με το πρόγραμμα αυτό η ΕΚΤ στοχεύει στην αποτροπή της εξασθένησης της συνοχής της Ευρωζώνης. Ο μεγάλος κερδισμένος είναι η ιταλική οικονομία, εφόσον τα ιταλικά ομόλογα, του Δημοσίου αλλά και των επιχειρήσεων, ήταν τον Μάρτιο το 35% των συνολικών αγορών ομολόγων που πραγματοποίησε η Τράπεζα.

Πρόκειται για μια ουσιαστική παρέμβαση και μια μορφή έμπρακτης ευρωπαϊκής αλληλεγγύης στη σκληρά δοκιμαζόμενη ιταλική οικονομία.

 

Διαφορετική εικόνα

Η εικόνα, όμως, είναι εντελώς διαφορετική σε ό,τι αφορά τη διακυβερνητική συνεργασία στο Eurogroup και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Η Ιταλία πρωταγωνιστεί στη διεκδίκηση της έκδοσης ευρωπαϊκού ομολόγου, στην προσπάθειά της όμως αντιτίθενται η Γερμανία, η Ολλανδία, η Αυστρία, η Φινλανδία και άλλα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης.

Το δημόσιο χρέος της Ιταλίας είναι το δεύτερο υψηλότερο στην Ευρωζώνη, μετά το ελληνικό, σαν ποσοστό επί του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ). Κυμαίνεται γύρω στο 135% του ΑΕΠ και οι ειδικοί προβλέπουν ότι τα μέτρα για την αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών του κορονοϊού θα το οδηγήσουν, σε συνδυασμό με τη διαφαινόμενη πτώση του ΑΕΠ, σε πολύ υψηλότερα ποσοστά, που θα ξεπερνούν το 160% του ΑΕΠ.

Αυτό σημαίνει ότι χρειάζονται δραστικές παρεμβάσεις για να μην ξεφύγει το δημόσιο χρέος της Ιταλίας, αμφισβητηθεί από τις αγορές η βιωσιμότητά του και δημιουργηθεί σε συνέχεια η ανάγκη λήψης πρόσθετων οικονομικών μέτρων.

Υπουργός Οικονομικών της Ιταλίας είναι ο Ρομπέρτο Γκουαλτιέρι, επί σειρά ετών πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με τον οποίο συνεργάστηκα την προηγούμενη πενταετία ως πλήρες μέλος της Επιτροπής. Προέρχεται από το κεντροαριστερό Δημοκρατικό Κόμμα, έχει τέλεια γνώση της ευρωπαϊκής οικονομίας και όλων των πρωτοβουλιών που βρίσκονται σε εξέλιξη σε σχέση με την ΟΝΕ και την τραπεζική ένωση, είναι ένθερμος ευρωπαϊστής, μέλος –όπως κι εγώ– της ομάδας Σπινέλι. Ο Αλτιέρο Σπινέλι ήταν ένας Ιταλός αντιφασίστας ο οποίος οραματίστηκε την ενωμένη Ευρώπη ως απάντηση στον Μουσολίνι και τον Χίτλερ και πρωταγωνίστησε στη δημιουργία και ανάπτυξη της ΕΟΚ, η οποία μετεξελίχθηκε σε Ε.Ε.

Δεν πρόκειται για έναν ανεύθυνο λαϊκιστή που μπορεί να μπει εύκολα στο στόχαστρο των «επιτυχημένων» της Ευρωζώνης, αλλά για έναν σοβαρό φιλοευρωπαίο πολιτικό, γνώστη του αντικειμένου.

Παρ’ όλα αυτά, οι θέσεις του υπέρ της έκδοσης ευρωομολόγου και ουσιαστικής στήριξης της ιταλικής οικονομίας δεν βρίσκουν, προς το παρόν, ανταπόκριση σε επίπεδο Eurogroup και Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

Η Γερμανία, η Ολλανδία και άλλα κράτη-μέλη λένε «όχι» στην αμοιβαιοποίηση του χρέους μέσω ευρωομολόγου για τον κορονοϊό και εκτιμούν ότι το πρόβλημα μπορεί να αντιμετωπιστεί με ένα μείγμα παρεμβάσεων από τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Πρόκειται για μία προσέγγιση που είναι ουσιαστική, αλλά σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των περισσότερων ειδικών θα αποδειχθεί ανεπαρκής ελλείψει ευρωομολόγου.

Ο μεγάλος κίνδυνος για την Ιταλία είναι να παρθούν μέτρα που απλώς θα τη συντηρήσουν σε συνθήκες οικονομικής στασιμότητας και κοινωνικού μαρασμού. Αν συμβεί αυτό, θα δημιουργηθούν οι πολιτικές προϋποθέσεις για την παραπέρα ανάπτυξη του ευρωσκεπτικισμού και του αντιευρωπαϊσμού.

 

Μεγάλες ελλείψεις

Το πρόγραμμα στήριξης της ιταλικής οικονομίας και συνολικά της Ευρωζώνης παρουσιάζει μεγάλες ελλείψεις.

Ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός είναι καθηλωμένος με απόφαση του Συμβουλίου στο 1% του ΑΕΠ των 27 κρατών-μελών και δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει σημαντικές πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της οικονομίας της Ευρωζώνης. Αυτό που γίνεται σε επίπεδο Βρυξελλών είναι να μεταφέρονται συνεχώς κονδύλια από τη μία πολιτική στην άλλη, χωρίς να επαρκούν για τη συνολική χρηματοδότησή τους. Πριν από την κρίση του κορονοϊού είχαμε μεταφορά κονδυλίων από τις παραδοσιακές πολιτικές της ΚΑΠ και των ταμείων περιφερειακής ανάπτυξης-σύγκλισης στη λεγόμενη «πράσινη μετάβαση». Τώρα, τα κονδύλια στρέφονται στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης που προκαλεί ο κορονοϊός, χωρίς όμως να αυξάνονται. Ο επίτροπος Προϋπολογισμού, Γιοχάνες Χαν, προσπαθεί να δημιουργήσει νέες δυνατότητες χρηματοδότησης χωρίς αύξηση των κονδυλίων. Όπως δήλωσε στους «Financial Times»: «Αυτό που διερευνούμε στην Επιτροπή είναι η αξιοποίηση των περιθωρίων στο επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο για να μπορέσει η Επιτροπή να αντλήσει πρόσθετα κεφάλαια στις αγορές με ελκυστικά επιτόκια στη βάση της αξιολόγησης των τριών Α που έχει και στη συνέχεια να δώσει αυτά τα χρήματα σε κράτη-μέλη που έχουν υποστεί σκληρό πλήγμα από την κρίση του κορονοϊού».

Πρόκειται για μία ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία, η οποία όμως στηρίζεται στην εκτίμηση ότι τα κράτη-μέλη με καθαρή συνεισφορά στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό δεν πρόκειται να δεχτούν την αύξησή της και πως το χρηματοδοτικό κενό πρέπει να καλυφθεί με πρόσθετα δανειακά κεφάλαια. Η διαφορά είναι σημαντική.

Η Ιταλία έχει τεράστιες ανάγκες χρηματοδότησης, οι οποίες είναι πρακτικά αδύνατο να καλυφθούν μέσα από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας. Ο Γκάμπριελ Φελμπερμάιρ, πρόεδρος του Ινστιτούτου του Κιέλου για την Παγκόσμια Οικονομία, εκτιμά ότι ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας μπορεί, με βάση τους ισχύοντες κανόνες, να προσφέρει δανεικά κεφάλαια 200 δισ. στο σύνολο της Ευρωζώνης, ενώ εκτιμά ότι μόνη της η Ιταλία χρειάζεται «εδώ και τώρα» 200-250 δισ. Γι’ αυτό είναι ένας από τους λίγους κορυφαίους οικονομολόγους της Γερμανίας που τάσσονται υπέρ της έκδοσης ευρωομολόγου. Όπως χαρακτηριστικά λέει: «Μια μεταφορά δανειακού ρίσκου μέσω ομολόγων θα βοηθήσει να αποφύγουμε ένα σενάριο σύμφωνα με το οποίο η Ιταλία θα εγκλωβιστεί σε μια κρίση χρέους για πολλά χρόνια».

Υπάρχει κι ένα λεπτό πολιτικό ζήτημα, αν δηλαδή θα δοθούν με πρόσθετους όρους ή όχι. Σύμφωνα με το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, το άνοιγμα προληπτικής γραμμής χρηματοδότησης ECCL προϋποθέτει πιστοποιητικό βιωσιμότητας του χρέους. Η χορήγηση του πιστοποιητικού προϋποθέτει την αξιολόγηση της δημοσιονομικής διαχείρισης και της προοπτικής της οικονομίας, ενδεχομένως και τη λήψη νέων μέτρων. Το ζήτημα είναι εκρηκτικό από κοινωνική και πολιτική άποψη, γι’ αυτό δόθηκε στο Eurogroup σκληρή μάχη για την ακριβή διατύπωση.

Οι δυσκολίες για την Ιταλία ισχύουν προφανώς και για την Ελλάδα.

Αν κρίνουμε από τις δηλώσεις που έκανε ο πρόεδρος του Eurogroup, Μάριο Σεντένο, μετά τη λήξη της συνεδρίασης του Eurogroup την περασμένη Πέμπτη, βρέθηκε ένας εποικοδομητικός συμβιβασμός στην ακόλουθη βάση:

Ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας θα προσφέρει δάνεια στα κράτη-μέλη που έχουν ανάγκη μέχρι 2% του ΑΕΠ της Ε.Ε. των «27», δηλαδή ένα ποσό της τάξης των 240 δισ. ευρώ.

Θα ισχύουν οι οικονομικές δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει τα κράτη-μέλη, αλλά δεν θα υπάρξουν νέες δεσμεύσεις, εφόσον τα χρήματα κατευθυνθούν στην αντιμετώπιση των συνεπειών του κορονοϊού, κυρίως σε θέματα δημόσιας υγείας.

Κατά τον υπουργό Οικονομικών της Ιταλίας, Γκουαλτιέρι, αυτό σημαίνει την αποφυγή οποιωνδήποτε νέων μέτρων, ενώ ο υπουργός Οικονομικών της Ολλανδίας, Χούκστρα, επιμένει ότι οι δαπάνες που δεν έχουν σχέση με την αντιμετώπιση του κορονοϊού αλλά με τη γενικότερη στήριξη της οικονομίας οδηγούν σε αιρεσιμότητα, πιθανόν και τη λήψη νέων μέτρων.

Θα δοθεί μια μάχη ερμηνείας, με χώρες όπως η Ιταλία και η Ελλάδα να έχουν το πλεονέκτημα.

Πιο εύκολα είναι τα πράγματα για την Ιταλία σε ό,τι αφορά το πρόγραμμα προσωρινής επιδότησης της εργασίας (SURE), μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Θα στηριχτεί σε εγγυήσεις 25 δισ. που θα προσφέρουν τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, οι οποίες θα εξασφαλίσουν τη συγκέντρωση ενός ποσού 100 δισ. από τις αγορές. Θα διατεθούν με τη μορφή δανείου με προνομιακό επιτόκιο στα κράτη-μέλη για να στηρίξουν την αγορά εργασίας για όσο διάστημα αποτελεί ο κορονοϊός απειλή για τη δημόσια υγεία.

Μια άλλη σημαντική πρωτοβουλία που ενδιαφέρει την Ιταλία, και φυσικά την Ελλάδα, είναι η δημιουργία ενός νέου ταμείου εγγυήσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, ύψους 25 δισ., το οποίο με την κατάλληλη αξιοποίηση μπορεί να εξασφαλίσει πρόσθετη τραπεζική χρηματοδότηση, ιδιαίτερα σε όφελος μικρομεσαίων επιχειρήσεων, της τάξης των 200 δισ.

Όλα τα παραπάνω είναι χρήσιμα για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης στην Ιταλία, στην Ελλάδα και στο σύνολο της Ευρωζώνης, δεν φαίνεται όμως να επαρκούν.

Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η ύφεση που θα χτυπήσει την Ε.Ε. το 2020 μπορεί να οδηγήσει σε πτώση του ΑΕΠ κατά 10% –πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι στην κρίση του 2008-2009–, με την πτώση να είναι πιο έντονη σε χώρες με υπέρογκο δημόσιο χρέος και διαρθρωτικά προβλήματα στην οικονομία τους, όπως η Ιταλία και η Ελλάδα.

Δεν υπάρχουν, λοιπόν, περιθώρια για χαλαρή αντιμετώπιση της κρίσης του Νότου από τον ευρωπαϊκό Βορρά. Η έγκυρη γερμανική οικονομική εφημερίδα «Handelsblatt» συνόψισε (8/4) την κατάσταση ως εξής: «Αν εδραιωθεί η εντύπωση ότι ο πλούσιος Βορράς εγκαταλείπει τον Νότο, ο οποίος έχει πληγεί σκληρά από την κρίση, αυτό θα είναι επικίνδυνο για το κοινό νόμισμα. Τότε, θα μπορούσε να υπάρξει ένα κερδοσκοπικό κύμα επιθέσεων εναντίον της Ιταλίας και της Ισπανίας, το οποίο θα επισκιάσει όλα όσα έχουν συμβεί μέχρι τώρα και θα φέρει την ΕΚΤ σε δύσκολη θέση. Η απώλεια εμπιστοσύνης στο ίδιο το ευρώ θα μπορούσε να είναι η μοιραία συνέπεια».

Πάντως, μετά το Eurogroup της περασμένης Πέμπτης ο υπουργός Οικονομικών της Ιταλίας, Γκουαλτιέρι, εμφανίστηκε ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα, σε μια προσπάθεια να περιορίσει τον ευρωσκεπτικισμό και τον αντιευρωπαϊσμό στη χώρα του. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε: «Τα ευρωομόλογα τέθηκαν στο τραπέζι, οι όροι (για την εξασφάλιση χρηματοδότησης κρατών από πλευράς) του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας αποσύρθηκαν από το τραπέζι».

Η αναφορά του Γκουαλτιέρι έχει σχέση με την απόφαση της δημιουργίας, στο μέλλον, του Ταμείου Ανάκαμψης για τη δυναμική στήριξη των επενδύσεων και της ανάπτυξης σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Παραμένει όμως η διχογνωμία Βορρά-Νότου για το αν το ταμείο αυτό χρηματοδοτηθεί με την έκδοση ευρωομολόγου ή με εναλλακτικό τρόπο.

 

Ρεκόρ στις απώλειες

Τις σχέσεις της Ρώμης με τις Βρυξέλλες περιπλέκει και η φοβερή κρίση που αντιμετωπίζει η Ιταλία στον τομέα της δημόσιας υγείας. Μέχρι σήμερα, δύο στους τρεις θανάτους που παρατηρούνται σε παγκόσμιο επίπεδο από τον κορονοϊό καταγράφονται σε χώρες της Ε.Ε., με την Ιταλία να κατέχει τη θλιβερή πρωτιά.

Στα τέλη Φεβρουαρίου η ιταλική κυβέρνηση ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να δραστηριοποιήσει τον Μηχανισμό Πολιτικής Προστασίας. Τα αποτελέσματα δεν ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά, ενώ η Γαλλία και η Γερμανία επέβαλαν προσωρινή απαγόρευση εξαγωγών αναγκαίου ιατροφαρμακευτικού υλικού προς την Ιταλία, φοβούμενες ότι δεν θα καλύψουν τις δικές τους ανάγκες. Οι ελλείψεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι τεράστιες, με αποτέλεσμα η μία ευρωπαϊκή κυβέρνηση να δυσκολεύει με τις κινήσεις της την άλλη και όλες μαζί να στρέφονται προς την Κίνα για την εξασφάλιση του αναγκαίου υλικού.

Για ένα διάστημα η Ρωσία, η Κίνα και η Κούβα στήριξαν περισσότερο την προσπάθεια της Ιταλίας με το αναγκαίο υλικό και γιατρούς απ’ ό,τι άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η κατάσταση ομαλοποιήθηκε μετά από παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και την άρση των περιορισμών στις εξαγωγές ιατροφαρμακευτικού υλικού για τον κορονοϊό από τη Γαλλία και τη Γερμανία προς την Ιταλία. Υπήρξαν και κινήσεις γεμάτες ευρωπαϊκό συμβολισμό, όπως η μεταφορά Ιταλών ασθενών σε γερμανικά νοσοκομεία.

Οι ευρωπαϊκές συνθήκες δεν προβλέπουν συνεργασία των κρατών-μελών σε θέματα δημόσιας υγείας, ούτε καν τον συντονισμό της πολιτικής των κυβερνήσεων των κρατών-μελών. Αυτό φαίνεται στη διαφορετική αντιμετώπιση, από χώρα σε χώρα, της απειλής του κορονοϊού.

Ανεξάρτητα από τους περιορισμούς των συνθηκών, θα έπρεπε λογικά να είχε δημιουργηθεί μια δυναμική συνεργασίας σε ζητήματα δημόσιας υγείας μπροστά στην κοινή απειλή του κορονοϊού. Δυστυχώς, δεν εκδηλώθηκε τέτοια τάση, όπως έδειξε και η παραίτηση του Μάουρο Φεράρι, Ιταλοαμερικανού επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας.

Υποβάλλοντας την παραίτησή του ο κορυφαίος επιστήμονας έκανε σημαντικές καταγγελίες. Έφερε στη δημοσιότητα έναν σκληρό πόλεμο ευρωπαϊκού παρασκηνίου, ο οποίος οδήγησε στην περιθωριοποίησή του. Μίλησε για μια «εσωτερική πολιτική καταιγίδα». Τόνισε ότι απορρίφθηκαν βασικές προτάσεις του, με αποτέλεσμα να χάσει «την πίστη του στο σύστημα». Επισήμανε ότι υπάρχει επαναλαμβανόμενη αντίθεση στις πρωτοβουλίες οικονομικής στήριξης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας, το οποίο διανέμει σε ετήσια βάση 2 δισ. από τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό για την ανάπτυξη της έρευνας.

Ο Φεράρι μίλησε για «πλήρη απουσία συντονισμού πολιτικών υγείας ανάμεσα στα κράτη-μέλη και μονομερές κλείσιμο των συνόρων», για να καταλήξει: «Νόμιζα ότι σε μια εποχή όπως αυτή, οι καλύτεροι επιστήμονες στον κόσμο θα πρέπει να διαθέτουν πόρους και ευκαιρίες για την καταπολέμηση της πανδημίας, με νέα φάρμακα, νέα εμβόλια, νέα διαγνωστικά εργαλεία, νέες δυναμικές προσεγγίσεις, βασισμένες στην επιστήμη, για να αντικαταστήσουν τις συχνά αυτοσχεδιασμένες διαισθήσεις των πολιτικών ηγετών».

Πολλοί θεωρούν τον Φεράρι υπεύθυνο για την αδυναμία ανάπτυξης της ευρωπαϊκής έρευνας για την αντιμετώπιση του κορονοϊού και του αποδίδουν έλλειψη ενδιαφέροντος λόγω και της δραστηριοποίησής του στις ΗΠΑ. Ανεξάρτητα, πάντως, από το ποια είναι τα αίτια για την ανεπαρκή ευρωπαϊκή αντίδραση στον κορονοϊό, η ιταλική κοινή γνώμη έχει βγάλει τα συμπεράσματά της.

Σε έρευνα της κοινής γνώμης που πραγματοποιήθηκε στα τέλη Μαρτίου, 72% των Ιταλών πολιτών δήλωσαν ότι η Ε.Ε. δεν είχε καμία συμβολή στην αντιμετώπιση της πανδημίας, ενώ το ποσοστό των Ιταλών που εμπιστεύονται την Ε.Ε. έπεσε από το ήδη χαμηλό 34% που ήταν πριν από την πανδημία στο 25%!

 

Αδύνατη η πρόγνωση

Η βαθιά δυσαρέσκεια των Ιταλών για τον τρόπο που η Ε.Ε. διαχειρίζεται τη νέα κρίση δεν πρόκειται να αλλάξει, εξαιτίας των αποφάσεων του Eurogroup, οι οποίες είναι θετικές, όχι όμως καθοριστικές για το μέλλον της ιταλικής οικονομίας. Άλλωστε, στο θέμα της δημόσιας υγείας, το οποίο είναι κυρίαρχο στην αντίληψη της ιταλικής κοινής γνώμης, η ευρωπαϊκή συμβολή παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη.

Η πρόγνωση για τις μελλοντικές πολιτικές εξελίξεις στην Ιταλία είναι προς το παρόν αδύνατη. Το πολιτικό σκηνικό είναι ιδιαίτερα ρευστό και τα κόμματα παρουσιάζουν εντυπωσιακές αυξομειώσεις στην εκλογική τους δύναμη.

Η μεγάλη αντιευρωπαϊκή δύναμη, που αναφέρεται συνεχώς σε «τοκογλύφους των Βρυξελλών», είναι η Λέγκα του Σαλβίνι. Στις βουλευτικές εκλογές του Μαρτίου 2018 υπερτριπλασίασε το ποσοστό της σε 18,8%, ενώ στις ευρωεκλογές του Μαΐου 2019 έκανε επίδειξη δύναμης με 34,33%. Σήμερα οι δημοσκοπήσεις τη δείχνουν κάτω από 30%, με πτωτική τάση, εφόσον το μήνυμα του Σαλβίνι δεν περνάει τόσο αποτελεσματικά σε συνθήκες κρίσης κορονοϊού.

Η μεγάλη φιλοευρωπαϊκή δύναμη της χώρας είναι το κεντροαριστερό Δημοκρατικό Κόμμα.

Στις εκλογές του Μαρτίου 2018 υποχώρησε στο 18,8%, στις ευρωεκλογές του Μαΐου 2019 ανέκαμψε στο 22,7% και τώρα εμφανίζεται δημοσκοπικά σταθερό με πάνω από 22%.

Το Κίνημα Πέντε Αστέρων, που συμμετέχει με το Δημοκρατικό Κόμμα στην κυβέρνηση Κόντε, βρίσκεται σε εκλογική πτώση, ταυτόχρονα όμως πραγματοποιεί πολύτιμη φιλοευρωπαϊκή στροφή. Πέρασε από την κυβερνητική συμμαχία με τη Λέγκα στην κυβερνητική συνεργασία με το Δημοκρατικό Κόμμα, διατηρώντας στην πρωθυπουργία τον μετριοπαθή Κόντε, του οποίου η δημοτικότητα είναι σε άνοδο, παρά τις μεγάλες δυσκολίες στη διαχείριση της κρίσης του κορονοϊού.

Το Κίνημα Πέντε Αστέρων πέτυχε ένα θριαμβευτικό 32,7% στις εκλογές του Μαρτίου 2018, έπεσε στο 17% στις ευρωεκλογές του Μαΐου 2019 και οι δημοσκοπήσεις τού δίνουν τώρα ένα ποσοστό της τάξης του 14%.

Εντυπωσιακά ανοδική είναι η πορεία του σκληρού δεξιού έως ακροδεξιού κόμματος Αδέλφια της Ιταλίας, το οποίο συμπληρώνει την πολιτική προσπάθεια της Λέγκας. Στις εκλογές του Μαρτίου 2018 είχε ποσοστό 4,4%, στις ευρωεκλογές του Μαΐου 2019 ανέβηκε στο 6,4% και οι δημοσκοπήσεις τού δίνουν τώρα ένα ποσοστό της τάξης του 13%.

Αντίστροφη είναι η πορεία του κόμματος Forza Italia του Μπερλουσκόνι. Επισήμως είναι στον χώρο της κεντροδεξιάς και του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ), πραγματοποιεί όμως ανοίγματα και συνεργάζεται σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο με τη Λέγκα και τα Αδέλφια της Ιταλίας. Στις εκλογές του Μαρτίου 2018 το κόμμα του Μπερλουσκόνι πήρε 14%, στις ευρωεκλογές του Μαΐου 2019 έπεσε στο 8,7% και τώρα κινείται δημοσκοπικά γύρω στο 6%.

Νέο κόμμα που προσφέρει στις δυνάμεις της κεντροαριστεράς εμποδίζοντας όμως την άνοδο του Δημοκρατικού Κόμματος, είναι το κόμμα του πρώην πρωθυπουργού Ρέντσι, Italia Viva, με δημοσκοπικό ποσοστό της τάξης του 3%.

Η ιταλική πολιτική ζωή είναι από τη φύση της ιδιαίτερα σύνθετη και το πολιτικό σκηνικό ιδιαίτερα ρευστό, εφόσον αυξομειώνονται οι πολιτικές δυνάμεις, αλλάζουν οι συμμαχίες και δεν προβλέπονται εκλογές πριν από το 2023. Η πενταετής θητεία είναι συνταγματικά περίπου κατοχυρωμένη και η προσπάθεια της Λέγκας και του Σαλβίνι να προκαλέσουν πρόωρες εκλογές οδήγησε στην έξοδό τους από την προηγούμενη κυβέρνηση Κόντε και σε σημαντική κάμψη των δημοσκοπικών ποσοστών τους.

Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι οι δυνάμεις του ευρωσκεπτικισμού και του αντιευρωπαϊσμού υπερέχουν αριθμητικά των φιλοευρωπαϊκών πολιτικών δυνάμεων και αυτό δύσκολα θα αλλάξει.

 

Οι ομοιότητες με την Ελλάδα

Η ανάλυση της κατάστασης και της προοπτικής της Ιταλίας έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, γιατί επηρεάζει –μέσω Ευρωζώνης και Ε.Ε.– τις εξελίξεις και στην Ελλάδα.

Υπάρχουν τρεις βασικές ομοιότητες μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας.

Πρώτον, είναι οικονομικά και κοινωνικά καταπονημένες μετά από μία δεκαετία κρίσης. Το ΑΕΠ των δύο χωρών εξακολουθεί να κινείται κάτω από τα επίπεδα του 2008-2009, με την Ελλάδα να έχει υποστεί τη μεγαλύτερη πτώση σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα, ενώ έχουν μεγαλώσει επικίνδυνα τα κοινωνικά προβλήματα, όπως είναι η ανεργία, η ανεργία των νέων, η συρρίκνωση της μεσαίας τάξης, η περιθωριοποίηση και η φτωχοποίηση ευρύτερων κοινωνικών και επαγγελματικών στρωμάτων.

Δεύτερον, όλοι οι διεθνείς οργανισμοί και οι περισσότεροι έγκυροι αναλυτές καταλήγουν στην εκτίμηση ότι οι δύο χώρες θα χτυπηθούν σκληρότερα από τη νέα κρίση, σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρωζώνη. Κι αυτό γιατί έχουν δύο κοινά χαρακτηριστικά, το υπέρογκο δημόσιο χρέος και τη μεγάλη εξάρτηση της οικονομίας τους από τον τουρισμό και τις υπηρεσίες.

Τρίτον και σημαντικότερο, οι δύο χώρες προβλέπεται να βγουν από την κρίση του κορονοϊού με ακόμη υψηλότερο δημόσιο χρέος.

Οι πρώτοι υπολογισμοί –οι οποίοι είναι αναγκαστικά κάπως πρόχειροι, γιατί δεν ξέρουμε ακριβώς τη διάρκεια και την ένταση της κρίσης του κορονοϊού– αναφέρονται σε αύξηση του δημόσιου χρέους της Ιταλίας από 135% σε πάνω από 160% του ΑΕΠ και του δημόσιου χρέους της Ελλάδας από 175% σε πάνω από 200% του ΑΕΠ.

Πρόκειται για σκληρά σενάρια, εφόσον η νέα περίοδος υπερχρέωσης θα μας εκθέσει αναπόφευκτα στην αυστηρή κρίση των αγορών, ενώ πολλά θα εξαρτηθούν από τη στάση που θα κρατήσουν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης.

Αν δηλαδή θα διευκολύνουν την Ιταλία και την Ελλάδα με μια σιωπηρή αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους με χαμηλά επιτόκια και σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου ή θα μπούμε ξανά στον κύκλο των επώδυνων διαπραγματεύσεων για τα λεγόμενα «προγράμματα διάσωσης» με τους γνωστούς σκληρούς όρους.

 

Διαφορές υπέρ της Ελλάδας

Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει μεγαλύτερες ανάγκες και θα αντιμετωπίσει μεγαλύτερα οικονομικά προβλήματα από την Ιταλία, έχει συγκεκριμένα πλεονεκτήματα που μπορεί να συμβάλουν στην αποτελεσματική διαχείριση της νέας κρίσης με το μικρότερο δυνατό οικονομικό και κοινωνικό κόστος.

Η Ελλάδα δεν αποτελεί συστημικό κίνδυνο και πρόβλημα για την Ευρωζώνη, εξαιτίας των μικρών οικονομικών μεγεθών της. Αντίθετα, η Ιταλία, η οποία έχει την τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης, αποτελεί διαρκή απειλή για τη σταθερότητά της, ενώ η διάσωση και η υποστήριξή της προϋποθέτουν αλλαγές των κανόνων που είναι δύσκολο να γίνουν από πολιτική και θεσμική άποψη.

Τα μικρά μεγέθη της Ελλάδας προσφέρουν ευελιξία στη διαχείριση της κρίσης και τη δυνατότητα, σε όσους το επιθυμούν, να μας υποστηρίξουν χωρίς να αλλάξουν το πλαίσιο λειτουργίας της Ευρωζώνης.

Ένα δεύτερο πλεονέκτημα που αποκτήσαμε με τις σωστές κινήσεις Μητσοτάκη στην αντιμετώπιση του κορονοϊού και πρέπει να διατηρήσουμε είναι η καλή ψυχολογία. Είναι εντελώς διαφορετική η εικόνα μιας Ιταλίας που ήδη θρηνεί περίπου 20.000 νεκρούς από τον κορονοϊό από αυτήν της Ελλάδας, που έχει περιορίσει σημαντικά τις απώλειες από την πανδημία.

Μπαίνουμε στη νέα οικονομική κρίση με καλή ψυχολογία, ενώ οι φίλοι μας οι Ιταλοί τείνουν να χάσουν την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους, ιδιαίτερα στις βόρειες, πιο αναπτυγμένες περιοχές της χώρας, οι οποίες αντιμετωπίζουν τα περισσότερα προβλήματα σε ό,τι αφορά τη δημόσια υγεία.

Μια τρίτη διαφορά σε όφελος της Ελλάδας είναι η πολιτική σταθερότητα και η εντυπωσιακή συσπείρωση γύρω από τον πρωθυπουργό, κ. Μητσοτάκη.

Ο Μητσοτάκης έχει δείξει ηγετικές αρετές στην κρίση του Έβρου και στην κρίση του κορονοϊού που συσπειρώνουν και εμπνέουν τον κόσμο και η ΝΔ είναι πολιτικά κυρίαρχη.

Αντίθετα, στην Ιταλία η κυβερνητική συνεργασία Δημοκρατικού Κόμματος και Κινήματος Πέντε Αστέρων έχει βασικό στόχο να εμποδίσει την επικράτηση της Λέγκας και του Σαλβίνι, ενώ ο πρωθυπουργός Κόντε είναι δημοφιλής, χωρίς όμως να έχει κομματική ή προσωπική πολιτική βάση.

Σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα της Ελλάδας είναι η πολιτική, εκλογική ήττα που έχει υποστεί ο αριστερός λαϊκισμός του ΣΥΡΙΖΑ και η ουσιαστική εξαφάνιση των δυνάμεων της «ψεκασμένης» και της άκρας Δεξιάς. Στην Ιταλία ο δεξιόστροφος λαϊκισμός εξακολουθεί να είναι πολιτικά και ιδεολογικά κυρίαρχος, παρά τη σχετική απώλεια δυναμικής που γνωρίζει.

Στην Ελλάδα περάσαμε τις πολιτικές εξετάσεις χτυπώντας τον αριστερό και τον δεξιό λαϊκισμό. Ο ΣΥΡΙΖΑ, βέβαια, διατηρεί σημαντικές δυνάμεις και επιρροή, έχει χάσει όμως, σε όφελος της ΝΔ, την ιδεολογική και πολιτική κυριαρχία.

Αυτό επιτρέπει στην κυβέρνηση Μητσοτάκη να διαχειριστεί αποτελεσματικά την κρίση. Τα πρώτα δείγματα γραφής που έδωσε είναι εξαιρετικά θετικά και γίνονται δεκτά με ανακούφιση ή και ενθουσιασμό από την ευρύτερη κοινή γνώμη.

Για όλους τους παραπάνω λόγους η διαχείριση της κρίσης και όλων των σχετικών προβλημάτων από τον Μητσοτάκη και τους συνεργάτες του θα είναι πιο άμεση, τολμηρή και αποτελεσματική απ’ ό,τι η διαχείριση της κρίσης στη γειτονική Ιταλία.

Πρόκειται για μια ουσιαστική ποιοτική διαφορά, η οποία ήδη φαίνεται στο ζήτημα της προστασίας της δημόσιας υγείας και αναμένεται να αναδειχθεί γρήγορα και στη δύσκολη διαχείριση της οικονομίας.