Το υπόμνημα του Δημήτρη Αβραμόπουλου για τη Novartis - Free Sunday
Το υπόμνημα του Δημήτρη Αβραμόπουλου για τη Novartis

Το υπόμνημα του Δημήτρη Αβραμόπουλου για τη Novartis

Υπόμνημα κατέθεσε στη Βουλή ο Επίτροπος Δ. Αβραμόπουλος αναφορικά με την υπόθεση Novartis.

Αναλυτικά το υπόμνημα του Δ. Αβραμόπουλου:

«ΠΡΟΣ ΤΗ ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩN
ΥΠΟΜΝΗΜΑ

Του Δημητρίου Αβραμόπουλου, Επιτρόπου Μετανάστευσης, Εσωτερικών Υποθέσεων και Ιθαγένειας επί της από 12-02-2018 Πρότασης Σύστασης Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τη Διενέργεια Προκαταρκτικής Εξέτασης κατά το άρθρο 86 παρ. 3 του Συντάγματος, τα άρθρα 153 επ. του Κανονισμού της Βουλής και το άρθρο 5 του ν. 3126/2003 περί της «Ποινικής Ευθύνης Υπουργών»

Αθήνα, 20/02/2018

Κ. Πρόεδρε της Βουλής των Ελλήνων,

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές,

Υπηρέτησα ως Βουλευτής το Ελληνικό Κοινοβούλιο συνεχώς για περισσότερο από δέκα χρόνια, εκλεγμένος από τους πολίτες της Αθήνας σε όλες τις εθνικές εκλογές της περιόδου 2004-2012. Προηγουμένως,  από το 1995 μέχρι το 2002, για δύο συνεχείς θητείες, διετέλεσα Δήμαρχος Αθηναίων.
Το 2014 μου ανατέθηκαν από τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Jean-Claude Juncker τα καθήκοντα του Επιτρόπου Μετανάστευσης, Εσωτερικών Υποθέσεων και Ιθαγένειας,  θέση στην οποία, από τότε και μέχρι σήμερα, υπηρετώ, σε μία περίοδο που το θέμα του προσφυγικού και της μετανάστευσης, νόμιμης και παράτυπης, η προστασία των συνόρων, η ενίσχυση του χώρου Σένγκεν, η πολιτική θεωρήσεων όπως και εκείνα της εσωτερικής ασφάλειας και της καταπολέμησης της τρομοκρατίας, του οργανωμένου εγκλήματος, των ναρκωτικών και της διαφθοράς, του κυβερνοεγκλήματος βρίσκονται ανάμεσα στα πιο κρίσιμα ζητήματα της Ευρώπης και του κόσμου ολόκληρου. Από τη θέση αυτή αγωνίζομαι για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των τεράστιων αυτών προβλημάτων, έχοντας πάντα στο μυαλό μου και τη χώρα μου, για την οποία, τα τρεισήμισι τελευταία χρόνια, καταβάλλω μεγάλες προσπάθειες, προκειμένου, μεταξύ άλλων, να τύχει, της όσο το δυνατόν περισσότερης  υποστήριξης από την Ευρωπαϊκή Ένωση, μαζί βέβαια και με άλλες μεσογειακές χώρες, οι οποίες πλήττονται από το κύμα των μεταναστών ως χώρες πρώτης υποδοχής.

Και σήμερα, παρά την πραγματική μου επιθυμία να είμαι παρών στη Βουλή και να λάβω το λόγο, προκειμένου να απαντήσω στην Πρόταση σύστασης Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, τα καθήκοντά μου ως Επιτρόπου Μετανάστευσης, Εσωτερικών Υποθέσεων και Ιθαγένειας μου επιβάλλουν,  να βρίσκομαι την Τετάρτη το πρωί στο Κολέγιο των Επιτρόπων, αναχωρώντας αυθημερόν για τη Νέα Υόρκη όπου έχουν προγραμματισθεί υψηλού επιπέδου συναντήσεις, μεταξύ άλλων με τον Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, για θέματα μετανάστευσης και τρομοκρατίας.

Σήμερα, καταθέτω το παρόν Υπόμνημα με την προσδοκία, ότι αυτό θα διαβαστεί από όλες τις Ελληνίδες και τους Έλληνες Βουλευτές, ώστε να το έχουν υπ’ όψιν τους, όταν θα πάρουν την απόφασή τους για την ψήφο τους κατά τη μυστική ψηφοφορία που θα ακολουθήσει.
Θεωρώ πως η υπόθεση που φέρεται σήμερα ενώπιον του Ελληνικού Κοινοβουλίου, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, δεν είναι μία απλή υπόθεση διερεύνησης ποινικών ευθυνών πολιτικών προσώπων. Και αυτό γιατί, για πρώτη φορά, στα κοινοβουλευτικά χρονικά η Βουλή βρίσκεται αντιμέτωπη με το εξαιρετικό φαινόμενο των προστατευόμενων μαρτύρων, που, δικαίως νομίζω, μετά την ανάγνωση των καταθέσεών τους, άπαντες τους αποκάλεσαν «κουκουλοφόρους μάρτυρες». Πρέπει να σημειώσω, ότι οι μάρτυρες αυτοί και όσοι τους παρεχώρησαν την προστασία της ανωνυμίας, επικαλούνται για την απόφαση αυτή, την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο δεν μπορεί όμως να τελεί σε καμία περίπτωση υπό την προστασία κρυπτόμενων και ανώνυμων ψευδομαρτύρων.

Πρέπει λοιπόν να συζητήσουμε περί της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, ποιοι από εμάς και με ποιον τρόπο το υπηρετούμε και ποιοι και για ποιους λόγους επέλεξαν να προστατεύσουν μία ομάδα ψευδομαρτύρων, ακραίων, πιθανώς στοιχείων, εχθρών της δημοκρατικής νομιμότητας, ώστε, όπως νομίζουν, εκ του ασφαλούς ως προστατευόμενοι μάρτυρες να επιτεθούν στο σύνολο του πολιτικού κόσμου, το οποίο κυβέρνησε τη χώρα από το 2004 έως το 2015 από κρίσιμες θέσεις ως Πρωθυπουργοί, ως Αρχηγοί κομμάτων και ως Υπουργοί.

Πρέπει να συζητήσουμε για το δημόσιο συμφέρον, πολιτικά καταρχήν και βέβαια ακολούθως νομικά, αφού όμως σκεφτούμε και καταλήξουμε, εάν πραγματικά η διερεύνηση της δραστηριότητας μιας ξένης φαρμακευτικής εταιρείας στην Ελλάδα για παράνομες και αυθαίρετες πρακτικές επιτρέπεται να οδηγεί στην κατασυκοφάντηση του πολιτικού συστήματος της χώρας και όσων με την εντολή του Ελληνικού λαού το υπηρετούν επί δεκαετίες.
Πρέπει επίσης να συζητήσουμε, εάν η όποια ενδεχόμενη παράνομη δραστηριότητα της εταιρείας αυτής στην Ελλάδα, άρχισε απότομα το 2006, όταν ανέλαβα Υπουργός Υγείας, και διεκόπη ομοίως απότομα την 26η Ιανουαρίου 2015 και έκτοτε, «εξαφανίσθηκε» για πάντα, όπως προσπαθούν να μας πείσουν οι προστατευόμενοι μάρτυρες με τις καταθέσεις τους.

Επιτρέψετε μου να θεωρήσω την υπόθεση των προστατευόμενων μαρτύρων ως κομβικό σημείο της όλης υπόθεσης, γιατί η πρακτική αυτή, παραδεκτή μεν από το διεθνές και ελληνικό δίκαιο για την αντιμετώπιση οργανωμένων εγκληματικών ομάδων του κοινού ποινικού δικαίου, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται στο Ελληνικό Κοινοβούλιο κατά των Ελλήνων πολιτικών και των δημοκρατικών θεσμών. Εξυπηρετούνται έτσι ακραίες ομάδες, που το μόνο που επιθυμούν και επιδιώκουν είναι η υπονόμευση και η παρεμπόδιση της ομαλής λειτουργίας της πολιτικής ζωής. Με κίνδυνο να χαρακτηρισθεί ο πολιτικός κόσμος συλλήβδην, ως κοινή εγκληματική οργάνωση. Διότι, εάν επικρατήσει αυτή η άποψη, χωρίς αποδείξεις, θα εκτίθενται σε κατηγορίες με κρυπτόμενους ψευδομάρτυρες δημόσια πρόσωπα. Εκεί οδηγούμεθα.

Για τα όσα με αφορούν και αναφέρουν οι δύο από τους τρεις ψευδομάρτυρες, κατέφυγα ήδη στη δικαιοσύνη και κατέθεσα στην κ. Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μηνυτήρια αναφορά κατά των δύο εκ των τριών ψευδομαρτύρων και κατά παντός άλλου ηθικού αυτουργού, συνεργού ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο συμμετέχοντος στα εγκλήματα της ψευδορκίας, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδούς καταμήνυσης και ζήτησα την περαιτέρω διερεύνηση της διάπραξης από τρίτους, τους οποίους θα εντοπίσει η ανάκριση, των εγκλημάτων της παράβασης καθήκοντος και της κατάχρησης εξουσίας. Συγχρόνως, κατέθεσα εις τον εποπτεύοντα την Εισαγγελία Διαφθοράς Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου εμπεριστατωμένο αίτημα, ζητώντας να εφαρμόσει το νόμο, ως αποκλειστικά αρμόδιος και να ανακαλέσει άμεσα, τον χαρακτηρισμό των μαρτύρων ως προστατευόμενων, προκειμένου αυτοί και οι συνεργοί τους αποκαλυπτόμενοι να προσαχθούν ενώπιον της Δικαιοσύνης και να απολογηθούν για τα εναντίον μου εγκλήματά τους.

Μόνον έτσι πρέπει, προκειμένου να εξηγήσουν οι «μάρτυρες» αυτοί με ποιον τρόπο αποφάσισαν, όλως αιφνιδίως τον Νοέμβριο του 2017 και τον Ιανουάριο του 2018 να προσέλθουν κατ’ επανάληψη, «αυθορμήτως», υποθέτω, ενώπιον της κα Εισαγγελέως Διαφθοράς, για να καταθέσουν επί γεγονότων και πολιτικών του έτους 2006 μέχρι και του έτους 2009. Και μάλιστα θα πρέπει να εξηγήσουν, γιατί δεν το έπραξαν προηγουμένως, αφού υποτίθεται γνώριζαν τα όσα κατέθεσαν, κάποια εκ των οποίων θεμάτων είχαν ήδη εξετασθεί ενδελεχώς πριν από τέσσερα χρόνια από την ίδια Εισαγγελία Διαφθοράς, από δύο εξεταστικές επιτροπές της Βουλής, η δεύτερη από τις οποίες βρίσκεται για καιρό σε λειτουργία και από κάθε άλλης μορφής αρχή και υπηρεσία. Και όχι μόνον αυτό. Δεν αναφέρονται στο ότι η δικογραφία για τη γρίπη Η1Ν1 είχε ήδη διερευνηθεί  από την ίδια Εισαγγελία και είχε τεθεί στο αρχείο, διότι δεν προέκυψε κανένα επιβαρυντικό στοιχείο.

Πρέπει επίσης να διευκρινισθεί, εάν υπάρχουν πρόσωπα εκτός της κας Εισαγγελέως Διαφθοράς και των επικούρων Εισαγγελέων, οι οποίοι γνωρίζουν την ταυτότητα των προστατευόμενων μαρτύρων, πώς το γνωρίζουν και εάν με αυτόν τον τρόπο η προστασία των ψευδομαρτύρων είναι αποκλειστικά προστασία για τους ίδιους τους ψευδομάρτυρες από τις εγκληματικές τους πράξεις.

Η υπόθεση NOVARTIS εξετάζεται σε περισσότερες χώρες, κυρίως ως θέμα παραβίασης των κανόνων ανταγωνισμού και για αθέμιτες πρακτικές, σύμφωνα με τις οποίες, η εταιρεία αυτή επιδιώκει και λαμβάνει μεγαλύτερα μερίδια αγοράς ή αυξάνει την κατανάλωση των προϊόντων της, εις βάρος της δημόσιας και της ιδιωτικής φαρμακευτικής δαπάνης.

Το πρόβλημα είναι υπαρκτό, όπως φαίνεται και έχει λάβει διεθνείς διαστάσεις από το γεγονός ότι αντιμετωπίζεται σε περισσότερες από μια χώρες, όπου η εταιρεία αυτή δραστηριοποιείται, αλλά είναι επίσης κοινό και με άλλες εταιρείες του τομέα των φαρμάκων. Σε καμία χώρα ωστόσο, δεν θεώρησαν ότι ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα ήταν να κατηγορήσουν το πολιτικό σύστημα, πρώην Πρωθυπουργούς και Υπουργούς σαν να ήταν ευτελώς συναλλασόμενοι με φαρμακευτικές εταιρείες. Έτσι θεώρησαν κάποιοι στη χώρα μας, ότι προστατεύουν το δημόσιο συμφέρον, ταυτίζοντάς το με ψευδομάρτυρες, με ανυπόστατες συκοφαντίες και δικονομικούς χειρισμούς παγίδευσης και κατασυκοφάντησης πολιτικών  προσώπων.

Ως Υπουργός Υγείας βρέθηκα από την ανάληψη των καθηκόντων μου αντιμέτωπος με την αύξηση των δαπανών της υγείας που είχε αρχίσει να εμφανίζεται στη χώρα από το 2001. Ο έλεγχος της φαρμακευτικής δαπάνης, ως μέρος της συνολικής δαπάνης υγείας ευρίσκετο την εποχή όπου ήμουν Υπουργός Υγείας, στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Ανάπτυξης, του Υπουργείου Οικονομικών και του Υπουργείου Εργασίας. Με άλλα λόγια, το Υπουργείο Ανάπτυξης είχε την αρμοδιότητα της τιμολόγησης και των διαδικασιών προμηθειών των φαρμάκων. Το δε Υπουργείο Οικονομικών είχε την αρμοδιότητα του ελέγχου των προϋπολογισμών των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, των νοσοκομειακών δηλαδή ιδρυμάτων της χώρας και το Υπουργείο Εργασίας τον έλεγχο των ασφαλιστικών ταμείων ως προς το σκέλος των δαπανών νοσοκομειακής και υγειονομικής περίθαλψης των ασφαλισμένων. Το Υπουργείο Υγείας έχοντας στην αρμοδιότητά του την εποπτεία των δημοσίων νοσοκομείων, αλλά και της λειτουργίας των ιδιωτικών κλινικών και λοιπών νοσηλευτικών ιδρυμάτων, απασχολήθηκε επί της υπουργίας μου εντονότατα με τον εντοπισμό, την καταγραφή και την αντιμετώπιση των σοβαρών παθογενειών του συστήματος, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση συνολικά των δαπανών υγείας.

Η προσπάθειά μου αυτή στο πρώτο μέρος της, αφορούσε τις προμήθειες φορέων, εποπτευομένων από το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και στο δεύτερο μέρος της την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας. Ήταν οι δύο τομείς στους οποίους διαπιστώθηκε ότι υπήρχε σημαντικό περιθώριο για τη μείωση των δαπανών και την αποτελεσματικότερη λειτουργία τους.

Τον Ιούνιο του 2007, ήτοι περίπου ένα έτος μετά την ανάληψη της θέσης του Υπουργού Υγείας, πρότεινα στη Βουλή σχέδιο νόμου, το οποίο κατέστη νόμος του κράτους (ν. 3580/2007 ΦΕΚ Α’ 134). Με το νόμο αυτό αφαιρέθηκαν από τα νοσοκομεία οι προμήθειες, γιατί διαπιστώθηκε ότι υπήρχε κατακερματισμένη, αντιφατική και ελλιπής εφαρμογή των διαδικασιών για τις προμήθειες, χωρίς διαγωνιστικές διαδικασίες ή με διαγωνιστικές διαδικασίες μόνο τυπικές, πρόχειρους διαγωνισμούς και απευθείας αναθέσεις, σύμφωνα με το σύστημα το οποίο επικρατούσε μέχρι τότε, αρμοδιότητες, οι οποίες με το νόμο μεταφέρθηκαν στην Κεντρική Επιτροπή Προμηθειών Υγείας .

Η Επιτροπή αυτή ήταν υποχρεωμένη να πραγματοποιεί προμήθειες αποκλειστικά με διεθνείς μειοδοτικούς διαγωνισμούς για μία μεγάλη σειρά προϊόντων και υπηρεσιών του υγειονομικού τομέα και μάλιστα με ειδική πρόβλεψη για την ανάπτυξη των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών. Στις προμήθειες που όρισε ο νόμος αυτός δεν περιλήφθηκαν τα φάρμακα που παρέμειναν στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Ανάπτυξης. Δεν υπήχθησαν ούτε τα νοσηλευτικά ιδρύματα του ασφαλιστικού συστήματος. Παρεσχέθη όμως νομοθετική εξουσιοδότηση, ώστε με κοινές αποφάσεις του Υπουργείου Υγείας και των καθ’ ύλην αρμόδιων Υπουργών, σε μεταγενέστερη φάση, μετά την ασφαλή εφαρμογή και λειτουργία του συστήματος, να ενταχθούν όλα τα νοσηλευτικά ιδρύματα της χώρας και το σύνολο των προμηθειών, περιλαμβανομένων και των φαρμάκων.

Εν τω μεταξύ τα φάρμακα παρέμειναν στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Ανάπτυξης και οι νοσηλευτικές δαπάνες των Ασφαλιστικών Οργανισμών στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Εργασίας. Παράλληλα προς την προσπάθεια ελέγχου των προμηθειών, οργανώσαμε ομάδες εργασίας, προκειμένου να διερευνηθεί σε βάθος ο τομέας της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, από υπηρεσιακούς παράγοντες του Υπουργείου Υγείας και των υπηρεσιών του, τομέας ο οποίος παρουσίαζε σημαντικές δαπάνες και συνδέεται άμεσα και με τις φαρμακευτικές δαπάνες αλλά και με τις δαπάνες υπηρεσιών υγείας, όπως εργαστηριακές εξετάσεις, ιατρικές επισκέψεις, συνταγογράφηση και κάθε άλλη ιατρική υπηρεσία.

Η οργάνωση και λειτουργία της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας σε ένα νέο σύγχρονο και αυστηρού ελέγχου σύστημα ήταν το πρώτο στάδιο ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις, προκειμένου να προχωρήσουμε στη συνέχεια στη μεταρρύθμιση του εθνικού συστήματος υγείας και ιδιαίτερα των νοσοκομείων του ΕΣΥ, σύμφωνα με τις πάγιες οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, αλλά και με τις διαπιστώσεις στις οποίες καταλήξαμε από την εις βάθος έρευνα του τομέα αυτού.

Η κοπιώδης προσπάθειά μας, η οποία διήρκεσε περισσότερο από ενάμιση χρόνο, περίοδος κατά την οποία έγιναν διαβουλεύσεις με όλους τους φορείς, δημόσιους και ιδιωτικούς, οι οποίοι εμπλέκονται στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, με τους οποίους επετεύχθη συμφωνία, κατέληξαν στην κατάθεση στη Βουλή σχεδίου νόμου για «την οργάνωση και τη λειτουργία της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας».

Θα σημειώσω μόνο δύο τομές οι οποίες επιχειρήθηκαν με αυτή τη νομοθετική πρωτοβουλία: το 2009 είχαμε ήδη με αυτό το σχέδιο νόμου προτείνει σύστημα ηλεκτρονικών πληρωμών και ελέγχου των δαπανών υγείας από τους Ασφαλιστικούς Οργανισμούς στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας σε πραγματικό χρόνο. Είχαμε ήδη δηλαδή προτείνει τότε την εισαγωγή όχι μόνο της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, αλλά και της ηλεκτρονικής παρακολούθησης ιατρικών επισκέψεων και εργαστηριακών εξετάσεων σε πραγματικό χρόνο και σταδιακή υπαγωγή σε αυτό το σύστημα του συνόλου των Ασφαλιστικών Ταμείων της χώρας.

Η παραίτηση ωστόσο της κυβέρνησης Κ. Καραμανλή και η προκήρυξη πρόωρων εκλογών το 2009 διέκοψε τη διαδικασία ψήφισης του σχεδίου νόμου, η οποία δεν ολοκληρώθηκε.

Ενδεικτικό των σχέσεων του Υπουργείου με τις φαρμακευτικές εταιρείες, είναι η απόφαση που εξέδωσα τότε, με την οποία δόθηκε τέλος στις απρογραμμάτιστες, σχεδόν καθημερινές, επισκέψεις τους στα ελληνικά νοσοκομεία, κάτι το οποίο διατάραζε τη λειτουργία τους.

Η είσοδος της χώρας μας από το 2010 και η υπαγωγή της στην αυστηρή επιτροπεία του μνημονίου, οδήγησαν σε σημαντικές και επώδυνες αλλαγές στο σύνολο της δημόσιας διοίκησης της χώρας, άρα και στον τομέα της δημόσιας υγείας.

Η μείωση των δαπανών υγείας μετά το 2010 δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη μείωση μόνο σπατάλης, γιατί όπως και για τις συντάξεις επικράτησε αποκλειστικά το δημοσιονομικό κριτήριο και στόχοι και όχι η πραγματική ανάγκη υγείας, πρόνοιας και περίθαλψης.

Πρέπει επίσης να σημειώσω, ότι για τρεισήμισι χρόνια στο Υπουργείο Υγείας δίναμε καθημερινά την μάχη για τον περιορισμό συνολικά των δαπανών, για την αναδιοργάνωση του διοικητικού μέρους της υγείας και τη μείωση του κόστους λειτουργίας των υγειονομικών υπηρεσιών, και άλλων εποπτευομένων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και άλλων Οργανισμών.

Και θέλω να θυμίσω εδώ, ότι επί των ημερών μου παραπέμφθηκαν στη δικαιοσύνη όλες οι υποθέσεις έργων και προμηθειών του τομέα της Υγείας, στις οποίες παρουσιάστηκαν προβλήματα για την πλήρη διαλεύκανσή τους και την απόδοση των ευθυνών.

Το ερώτημα είναι:

Επετεύχθησαν οι στόχοι; Προφανώς όχι όλοι.

Θα έπρεπε να γίνουν περισσότερα; Προφανώς ναι.

Έπρεπε συλλογικά ως Κυβέρνηση να λάβουμε περισσότερο συντονισμένα και ισχυρά μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής;  Oπωσδήποτε, χωρίς καμία αμφιβολία.

Όμως, προσωπικά, όπως πάντοτε έκανα στο δημόσιο βίο μου, αγωνίστηκα με όσες δυνάμεις διέθετα, για τη διαφάνεια, την αποτελεσματικότερη διοίκηση, την οικονομία του δημοσίου χρήματος, αλλά συγχρόνως για την προστασία της υγείας των Ελλήνων πολιτών, για την καλύτερη νοσοκομειακή τους περίθαλψη, για την εξασφάλιση της αναγκαίας φαρμακευτικής θεραπείας τους, όπως υπαγορεύεται από την υποχρέωση της πολιτείας, την ιατρική επιστήμη και τoυς διεθνείς Οργανισμούς Υγείας.

Στο πλαίσιο αυτών των προσπαθειών μου, εντάσσονται δύο ιστορικής σημασίας τομές, που έλαβαν χώρα τότε στον τομέα της υγείας στη χώρα μας, για την αντιμετώπιση και διαχείριση των οποίων αισθάνομαι υπερήφανος. Το κράτος απέδειξε ότι, ως οφείλει, προνοεί, προλαμβάνει, προστατεύει, λειτουργεί.

Η αντιμετώπιση της πανδημίας του ιού Α/Η1Ν1, με τρόπο πιο αποτελεσματικό αλλά και με καλύτερους οικονομικούς όρους από τις περισσότερες μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, κυρίως, όμως, η εγκατάσταση του μοριακού ελέγχου του αίματος, χωρίς τον οποίο μέχρι τότε, θρηνούσαμε θύματα μεταγγιζόμενων που δυστυχώς, είναι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας μας. Μέτρα προστασίας, για να εξασφαλισθεί η ασφάλεια και η ποιότητα του αίματος για τις μεταγγίσεις των πολιτών. Κάτι που δικαίως απαιτούσαν οι πολίτες.

Και εδώ, στο μεγάλης σημασίας αυτό έργο, λάβαμε παράλληλα κάθε μέτρο για να διασφαλίσουμε το δημόσιο χρήμα. Με πρωτοβουλία μου συνεστήθη Διακομματική Επιτροπή της Βουλής, με τη συμμετοχή εκπροσώπων όλων των κομμάτων, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, των Εκπροσώπων των Υπουργείων Οικονομικών, Ανάπτυξης και Υγείας, τους ανώτατους παράγοντες όλων αυτών των συναρμοδίων Υπουργείων, της Επιστημονικής Επιτροπής αλλά και Επιτροπής Αξιολόγησης με εξειδικευμένες προσωπικότητες κύρους.

Αναθέσαμε στη συλλογική αυτή εκπροσώπηση, την κεντρική αρμοδιότητα για το οικονομικό μέρος του διαγωνισμού και σε Επιτροπές αναμφισβήτητου κύρους το επιστημονικό έργο των προδιαγραφών και επίσης σ’ αυτή τη Διακομματική Επιτροπή ανατέθηκε η λήψη των τελικών αποφάσεων και αναθέσεων.

Σήμερα η Ελλάδα, χάρη σε αυτές τις ενέργειες, συγκαταλέγεται στις σύγχρονες ευρωπαϊκές χώρες στο πολύ αυτό ευαίσθητο θέμα του αίματος και των μεταγγίσεων, με πλήρη εξάλειψη των κρουσμάτων μόλυνσης, ενώ μέχρι τότε δυστυχώς η χώρα ανήκε στον τρίτο κόσμο!

Θέλω κατηγορηματικά να διευκρινίσω, ότι δεν διατυπώνω με το παρόν οποιαδήποτε ένσταση για την πλήρη σε βάθος έρευνα των δραστηριοτήτων της NOVARTIS στην χώρα μας, αντίθετα μάλιστα, υποστηρίζω την πλήρη αποκάλυψη ευθυνών, παράνομων πράξεων και πρακτικών, οι οποίες ενδεχομένως ζημίωσαν τη χώρα.

Υπερασπίζομαι αποκλειστικά την βαρύτατα προσβεβλημένη τιμή και υπόληψή μου, από ψεύδορκους, κατασκευασμένους μάρτυρες και πρακτικές που θίγουν την πολιτική και κοινωνική υπόστασή μου. Είμαι αποφασισμένος να οδηγήσω τους συκοφάντες ενώπιον της Ελληνικής Δικαιοσύνης.

Αυτή είναι η δική μας αντίληψη για την προστασία του δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος, το οποίο υπηρετούμε, όπου και αν ταχθούμε, με την ίδια πίστη, τις ίδιες αρχές και την ίδια, τολμώ να πω, αποτελεσματικότητα!

Υπάρχει φοβάμαι και η άλλη άποψη. Αυτή που σήμερα αναθέτει την προστασία του δημοσίου συμφέροντος σε κουκουλοφόρους, σε πιθανόν υποδίκους ψευδομάρτυρες, σε όλους αυτούς τελοσπάντων, που θα έπρεπε η χώρα να έχει θέσει, αν όχι στο περιθώριο, σίγουρα θα έπρεπε να έχει οδηγήσει ενώπιον της δικαιοσύνης. Είμαι βέβαιος, ότι όλα αυτά συνεκτιμούνται για τη διαμόρφωση της προσωπικής σας άποψης.

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές,

Στη δικογραφία, σε δυόμισι χιλιάδες σελίδες υπάρχουν δύο αναφορές, όπου οι ψευδομάρτυρες, χωρίς να δίνουν κανένα στοιχείο, διατυπώνουν μονάχα εικασίες και υποθέσεις, στο σύνολό τους αυταπόδεικτα ψευδείς.

Για πληρέστερη ενημέρωσή σας παραπέμπω στην από 16.02.2018 επισυναπτόμενη μηνυτήριο αναφορά μου ενώπιον της κας Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, επίσης δε στην υποβληθείσα Αίτηση στον Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου τον εποπτεύοντα την Εισαγγελία Διαφθοράς, τα οποία και καταθέτω.

Ενδεικτικά των ψευδών ισχυρισμών, για τους οποίους μεταξύ άλλων έχω μηνύσει τους ψευδομάρτυρες, είναι και τα ακόλουθα:

• Ο ψευδομάρτυρας αναφέρει τη χορηγία της ημερίδας του Καρκίνου από τη NOVARTIS στην εταιρεία CIP, ήταν 50.000 ενώ ήταν 15.000 (χωρίς ούτε ένα ευρώ συμμετοχή του Ελληνικού δημοσίου).

• Ο ψευδομάρτυρας αναφέρει ότι τα τεστ του αίματος κατακυρώθηκαν 50 € και 40 €, ενώ και στις δύο εταιρείες κατακυρώθηκαν 32 €.

• Ο ψευδομάρτυρας αναφέρει ότι η Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας και ο επί 20 χρόνια Διευθυντής της καθηγητής κ. Κυριόπουλος ξέπλυνε σε ένα χρόνο 40 εκατομμύρια ως δωροδοκία και με χορηγίες της NOVARTIS προς την ΕΣΔΥ, ενώ το σύνολο εσόδων της Σχολής τη δεκαετία είναι περίπου 600.000 ευρώ.

• Ο ψευδομάρτυρας λέει ότι παραγγέλθηκαν 8.000.000 εμβόλια για δεύτερη δόση από τη NOVARTIS επιπλέον από την πρώτη, ενώ συνολικά η NOVARTIS παρέδωσε μόνον 1.400.000 από την αρχική παραγγελία, στη διεθνή τιμή, στην οποία αγόρασαν όλες οι χώρες.

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές,

Την ώρα κατά την οποία θα διεξάγεται η συζήτηση και η ψηφοφορία στη Βουλή, θα βρίσκομαι όπως προανέφερα στην Νέα Υόρκη.

Την ίδια όμως στιγμή, παρακολουθούμε με ιδιαίτερη ανησυχία μια αυξανόμενη ένταση στον ευρύτερο γεωπολιτικό μας χώρο. Η σταθερότητα της χώρας, μέσα από την ενιαία στάση στα εθνικά ζητήματα, που βρίσκονται στο προσκήνιο, είναι ο μοναδικός τρόπος προστασίας του εθνικού συμφέροντος.

Ο διχασμός, που πάντοτε προκαλείται σε περιόδους σκληρών εσωτερικών πολιτικών εντάσεων και αντιπαραθέσεων επανέρχεται και αποτελεί μεγάλο κίνδυνο στις παρούσες συνθήκες.

Όσα κυριαρχούν το τελευταίο διάστημα στην εσωτερική δημόσια αντιπαράθεση, με την μετωπική σύγκρουση του κυβερνητικού χώρου με το σύνολο της Δημοκρατικής Αντιπολίτευσης που κυβέρνησε προηγουμένως την χώρα και που σήμερα είναι από τους βασικούς άξονες του εθνικού μας συστήματος, βαθαίνουν τη διάσπαση της κοινωνικής συνοχής, διασαλεύουν την πολιτική σταθερότητα, υπονομεύουν την εθνική συνεννόηση, διασπείρουν πολιτικά πάθη στην κοινωνία και επιχειρούν να διεγείρουν ταπεινά ένστικτα κοινωνικού αυτοματισμού και μανιχαϊσμού. Και φοβούμαι, ότι όλα αυτά προκαλούν τις χειρότερες εντυπώσεις για την χώρα διεθνώς και αποδυναμώνουν το εθνικό και κοινωνικό μέτωπο, τόσο απαραίτητα στους καιρούς μας, στο εσωτερικό αλλά και στο διεθνές περιβάλλον. 

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές,

Καλείσθε να αποφασίσετε για τη σύσταση Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ελέγχου για δέκα πολιτικούς εν ενεργεία, μέλη του Κοινοβουλίου ή πρόσωπα, όπως εγώ, που κατέχουν σήμερα κορυφαία αξιώματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Η δική μου θέση και η παραίνεση είναι ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ, διερεύνηση σε βάθος, σεβασμός των νόμων, αυστηρή τιμωρία των αυτουργών αυτής της σκευωρίας αλλά κυρίως σεβασμός των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των πολιτικών, τόσον ως δημοσίων προσώπων όσο και ως πολιτών.

Ανεξάρτητα των δικονομικών και συνταγματικών κανόνων, θέλω να θέσω ευθέως, προς τον καθένα και την καθεμία από εσάς, το εξής ερώτημα:

Τιμά το πολιτικό σύστημα να κατηγορούνται τα μέλη του από κουκουλοφόρους μάρτυρες, οι οποίοι είναι πιθανότατα πρόσωπα του κοινού ποινικού δικαίου, υποκινούμενα και συνεργαζόμενα πιθανώς με ακραία πολιτικά και εξωθεσμικά στελέχη και αμφίβολης ηθικής πρόσωπα;

Η διαφάνεια και η νομιμότητα των πράξεων του καθενός από εμάς, μας επιβάλλει τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων και εκείνων που μας κατηγορούν. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση φοβάμαι πως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει για λόγους που δεν γνωρίζω, για λόγους που δεν θέλω να υπεισέλθω τουλάχιστον προς το παρόν.

Αυτά θα τα διερευνήσει η δικαιοσύνη και θα αποδώσει ευθύνες εκεί που αναλογούν. Θέλω μόνο να αποκατασταθεί άμεσα με απόφαση του κυρίαρχου σώματος της Βουλής η επιβαλλόμενη, από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, πλήρης ισότητα των μέσων υπεράσπισης.

Δεν μπορούμε να έχουμε απέναντί μας φαντάσματα. Και σας διαβεβαιώνω, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, ότι από τους Έλληνες πολιτικούς κανείς μάρτυρας δεν κινδυνεύει για οτιδήποτε άλλο, εκτός από το να ελεγχθεί δικαστικά εάν παρανομεί, όπως στην προκειμένη περίπτωση, όπου οι  προστατευόμενοι μάρτυρες έχουν διαπράξει τα εγκλήματα της ψευδορκίας, της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, κάτι το οποίο, μετά βεβαιότητας, θα αποδειχθεί όταν οδηγηθούν ενώπιον της δικαιοσύνης με τη μήνυση που ήδη κατέθεσα εναντίον τους. Γι’ αυτό θέτω και προς εσάς το αίτημα για την άμεση ανάκληση της παράνομης απόφασης για την προστασία των ψευδομαρτύρων!!

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές,

Με το υπόμνημα αυτό σας διετύπωσα τις σκέψεις, τις εκτιμήσεις και τις θέσεις μου, συνοδευόμενες από τον προβληματισμό μου και τις θέτω στην κρίση σας, με την πεποίθηση ότι αυτό που στο τέλος θα κυριαρχήσει θα είναι η προστασία της Δημοκρατίας μας, του δημοσίου συμφέροντος, του συντάγματος, των θεσμών και της αξιοπρέπειάς μας ως δημοσίων προσώπων, λειτουργών της δημοκρατίας αλλά και Ελλήνων πολιτών. 

Αθήνα, 20/02/2018

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΒΡΑΜΟΠΟΥΛΟΣ»

GOUTOS2