Στις 99 οι κενές κλίνες ΜΕΘ στην Αττική - Free Sunday
Στις 99 οι κενές κλίνες ΜΕΘ στην Αττική

Στις 99 οι κενές κλίνες ΜΕΘ στην Αττική

«Ο ΣΥΡΙΖΑ μάς παρέδωσε 565 κλίνες ΜΕΘ, σήμερα έχουμε 941. Ο κ. Τσίπρας είπε ότι βρισκόμαστε σήμερα στο σημείο να κάνουμε ανακοίνωση ότι μένουν 22 μόνο κρεβάτια αδιάθετα στην Αττική. Είναι λυπηρό, είναι θλιβερός ο τρόπος με τον οποίο κάποιοι κάνουν αντιπολίτευση, λυπάμαι πραγματικά», ανέφερε ο υπουργός Υγείας Β.Κικίλιας μιλώντας στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του Αlpha.

Όπως συμπλήρωσε το Σεπτέμβριο του 2018 είχαμε 35 άτομα λίστα αναμονής στην Αττική για να βρουν ένα κρεβάτι ΜΕΘ και δεν είχαμε κορονοϊό. Σήμερα, δύο χρόνια μετά, με τη δική μας διακυβέρνηση, έχουμε 99 κενές κλίνες ΜΕΘ στην Αττική εν μέσω πανδημίας. Δηλαδή, έχουμε 62 κενές κλίνες ΜΕΘ non-Covid αυτή τη στιγμή, περιμένουν εγκεφαλικά, τροχαία, καρδιακά, καρκίνους, σοβαρά χειρουργεία και 37 κενές κλίνες ΜΕΘ-Covid. Και συνεχίζουμε να εντείνουμε αυτή την προσπάθεια, ανέφερε χαρακτηριστικά.

«Έχουμε 409 κρεβάτια ΜΕΘ στην Αττική, όταν επί ΣΥΡΙΖΑ υπήρχαν 565 σε όλη την Ελλάδα. Καλό είναι, λοιπόν, να προσέχουμε τι λέμε, πώς το λέμε και τι εντυπώσεις δημιουργούμε στους συμπολίτες μας» κατέληξε ο Β.Κικίλιας για το ζήτημα των ΜΕΘ.

Ο υπουργός Υγείας επιβεβαίωσε ότι στα νοσοκομεία της Αθήνας, είναι αυξημένος ο αριθμός μεταναστών και προσφύγων οι οποίοι προσέρχονται με Covid. «Οι περισσότεροι από αυτούς είναι ασυμπτωματικοί και νεαροί σε ηλικία και επειδή υγειονομικά δεν μπορούμε να τους επιστρέψουμε στα σπίτια στα οποία μένουν πέντε-πέντε και δέκα-δέκα, κάτι τέτοιο θα αποτελούσε υγειονομική «βόμβα», τους κρατάμε στο νοσοκομείο», είπε.

Όπως αποκάλυψε τις επόμενες ημέρες το υπουργείο Υγείας και η κυβέρνηση θα προχωρήσουν, «προκειμένου να προστατεύσουν τους πολίτες μας και να προστατεύσουν και αυτές τις ευάλωτες ομάδες, σε ξενοδοχεία καραντίνας, όπως είχαμε το καλοκαίρι, με υγειονομική επίβλεψη. Να φιλοξενηθούν εκεί ασυμπτωματικοί νεαροί, κατά κύριο λόγο, μετανάστες, πρόσφυγες με Covid, έτσι ώστε να μην δημιουργηθεί περαιτέρω πρόβλημα στο κέντρο της Αθήνας και επίσης να μη δημιουργηθεί περαιτέρω πίεση στα νοσοκομεία μας».

Οφείλουμε να προστατεύσουμε τους συμπολίτες μας με υποκείμενα νοσήματα και τους ηλικιωμένους τόνισε ο υπουργός Υγείας τονίζοντας πως οι στιγμές είναι κρίσιμες. «Η εφαρμογή των μέτρων είναι ευθύνη αφενός της οργανωμένης Πολιτείας, όμως καταλήγουν στην οικογένειά μας. Καταλήγουν στον τρόπο με τον οποίον συμπεριφερόμαστε στους γονείς μας, στους παππούδες και τις γιαγιάδες μας, σε αυτούς που είναι  ευάλωτοι, που είναι  ευπαθείς ομάδες, που είναι άνω των 65 χρονών, σε αυτούς που έχουν υποκείμενα νοσήματα. Ο Έλληνας έχει φιλότιμο. Δεν μπορώ να σκεφτώ κανέναν συμπατριώτη μου που θα ήθελε να χαθεί έστω και μία ανθρώπινη ζωή» επισήμανε.

Ο Β.Κικίλιας είπε τέλος πως κανένα εθνικό σύστημα Υγείας, όσο ισχυρό και να είναι, δεν αντέχει μία γεωμετρική αύξηση του κορονοϊού και πρόσθεσε: «Το είδαμε αυτό στον πρώτο κύκλο σε πολύ ισχυρά, κραταιά συστήματα Υγείας. Γι' αυτό και αυτή η έκκληση που κάνω στους συμπολίτες μας, γι' αυτό και αυτή η κρισιμότητα των στιγμών. Εμείς θα κάνουμε ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατόν, θα συνεχίσουμε να ανοίγουμε ΜΕΘ. Στις αρχές Οκτωβρίου εγκαινιάζονται οι 50 κλίνες ΜΕΘ στο Σωτηρία και άλλες 12 στο Γενικό Κρατικό της Νίκαιας και ακολουθούν οι 174 μέχρι το Δεκέμβριο, που είναι η δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος και προχωράμε. Αλλά αν δεν προσέξουμε, αν αμελήσουμε να είμαστε συνεπείς στις υποχρεώσεις μας, αντίθετοι με τα υγειονομικά πρωτόκολλα, δεν αντέχουμε όσες και να έχουμε».

Ταχέα τέστ εντοπισμού κρούσματος κορονοϊού, όμοια με αυτά που γίνονται στην δομή της Λέσβου, θα πραγματοποιηθούν σε σωφρονιστικά καταστήματα, σε δομές μακροχρόνιας φροντίδας υγείας, σε απομακρυσμένες περιοχές αλλά και ακόμα και σε εξωτερικά ιατρεία και στα τμήματα επειγόντων περιστατικών σε ώρες που δεν λειτουργούν τα εργαστήρια. Αυτό ανέφερε ο υφυπουργός Υγείας, Βασίλης Κοντοζαμάνης, στη Βουλή, απαντώντας σε επίκαιρη ερώτηση του τομεάρχη του ΣΥΡΙΖΑ Ανδρέα Ξανθού.

Ο κ.Ξανθός σε υψηλούς τόνους είπε ότι ότι με τις απαντήσεις που δίνει η κυβέρνηση και το υπουργείο «δεν έχει εξαντληθεί το θέμα των τεστ, αλλά εξαντλείται η υπομονή μας» και τον κάλεσε να αναφέρει «πόσα από τα 13.000 τεστ που γίνονται τα πληρώνει ο κόσμος από την τσέπη του» λέγοντας πως «η απαίτηση είναι να μη γίνεται κανένα τεστ στον ιδιωτικό τομέα, χωρίς να αποζημιώνεται από τον ΕΟΠΥΥ. Μπαίνουμε σε περίοδο αυξημένης ζήτησης. Δεν μπορείτε να μετακυλήσετε κόστος στις τσέπες των πολιτών σε περίοδο κρίσης, ανεργίας, φτώχειας στη χώρα». Καταλόγισε στην κυβέρνηση ότι «δεν έχει αξιοποιήσει πλήρως τις διαγνωστικές δυνατότητες του ευρύτερου δημόσιου τομέα» και ότι αυτό αποτελεί μια «πολιτική επιλογή αυτό ώστε να δίνετε ευκαιρίες συνεργασίας με τον ιδιωτικό τομέα, ενώ για τα «rapid test» αντιγόνου ανέφερε πως αυτά «δεν είναι διά πάσα νόσον ούτε μπορούν να υποκαταστήσουν τον μοριακό έλεγχο» είναι για να γίνεται ένα «screening», σε γενικούς πληθυσμούς, συνήθως σε ασυμπτωματικούς ανθρώπους, όταν θέλουμε να ελέγξουμε, για παράδειγμα, έναν μεγάλο καταυλισμό προσφύγων ή στη Μόρια, όμως δεν είναι για να ελέγξουμε συρροές κρουσμάτων ούτε για να κάνουμε ιχνηλάτηση επαφών βεβαιωμένων κρουσμάτων».

Σε 453 ανήλθαν χθες τα νέα κρούσματα του νέου ιού στη χώρα:

Όπως ανακοίνωσε ο ΕΟΔΥ, από αυτά:

  • 195 συνδέονται με γνωστές συρροές (τα 184 στο ΚΥΤ Καρά Τεπέ Λέσβου) και
  • 25 εντοπίστηκαν κατόπιν ελέγχων στις πύλες εισόδου της χώρας.
  • Ο συνολικός αριθμός των κρουσμάτων είναι 15.595, εκ των οποίων το 55.8% άνδρες.
  • 2.618 (16.8%) θεωρούνται σχετιζόμενα με ταξίδι από το εξωτερικό και
  • 6592 (42.3%) είναι σχετιζόμενα με ήδη γνωστό κρούσμα.

79 συμπολίτες μας νοσηλεύονται διασωληνωμένοι. Η διάμεση ηλικία τους είναι 68 ετών. 24 (30.4%) είναι γυναίκες και οι υπόλοιποι άνδρες. To 87.3%, των διασωληνωμένων, έχει υποκείμενο νόσημα ή είναι ηλικιωμένοι 70 ετών και άνω. 181 ασθενείς έχουν εξέλθει από τις ΜΕΘ.

Χθες καταγράφηκαν 6 ακόμα θάνατοι ανεβάζοντας σε 344 τους θανάτους συνολικά στη χώρα. 128 (37.2%) γυναίκες και οι υπόλοιποι άνδρες. Η διάμεση ηλικία των θανόντων συμπολιτών μας ήταν τα 78 έτη και το 96.8% είχε κάποιο υποκείμενο νόσημα ή/και ηλικία 70 ετών και άνω.