Αντώνης Πανούτσος: «Η εμφάνιση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν πισωγύρισμα» - Free Sunday
Αντώνης Πανούτσος: «Η εμφάνιση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν πισωγύρισμα»

Αντώνης Πανούτσος: «Η εμφάνιση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν πισωγύρισμα»

Τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να «μπει» στην κεντρική πολιτική σκηνή, θέτοντας υποψηφιότητα για βουλευτής του Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΔ, εξηγεί ο γνωστός δημοσιογράφος Αντώνης Πανούτσος.

Κατ’ αρχάς θα ήθελα να μου πείτε τι σας παρακίνησε να μπείτε στην κεντρική πολιτική σκηνή και γιατί θελήσατε να είστε υποψήφιος βουλευτής με τη ΝΔ.

Για το πρώτο, επειδή κάποια στιγμή σταμάτησε να είναι μια συνηθισμένη αντιπαράθεση κομμάτων, όπως γινόταν για χρόνια μεταξύ του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, δηλαδή των αστικών κομμάτων, και έγινε μια ταξική αντιπαράθεση. Έτσι το έκανε η κυβέρνηση, ξεκινώντας από το «ή εμείς ή αυτοί», περνώντας στο «να τους τελειώσουμε» και τα λοιπά. Από τη στιγμή κατά την οποία θεωρείς ότι ανήκεις στην αστική τάξη, πράγμα το οποίο πέτυχαν οι γονείς σου, το πέτυχες εσύ με τους αγώνες σου, έχεις υποχρέωση να υπερασπίσεις την ύπαρξή σου. Και πιστεύοντας ότι αυτό που συμβαίνει είναι ένα φορολογικό πραξικόπημα, εντάχθηκα στη ΝΔ, που δεν είναι ένα κόμμα πίεσης, αλλά ένα κόμμα εξουσίας, πιστεύοντας πως ό,τι μπορώ να φέρω κι εγώ στην προσπάθειά της για τη νίκη καλό θα είναι.

Ποια είναι η εικόνα που έχετε για την ελληνική κοινωνία σήμερα; Πώς έχει διαμορφωθεί, πολιτικά και κοινωνικά, από τη Μεταπολίτευση και μετά;

Θα προσπαθήσω να είμαι συνοπτικός. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι από τη Μεταπολίτευση κι έπειτα υπήρξε μια ανάγκη εξομάλυνσης, η οποία επιτεύχθηκε και με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ, για να αποδειχθεί ότι το ΚΚΕ δεν ήταν η τεράστια δύναμη που είχε μυθοποιηθεί όσο ήταν παράνομο. Στην αρχή πήρε κάποια σημαντικά ποσοστά, αλλά στη συνέχεια ξεφούσκωσε. Η ελληνική κοινωνία συνέχιζε να προσπαθεί να ανέβει και πολιτιστικά και οικονομικά, με βήματα και μπροστά και πίσω. Κάποια στιγμή, υπερεκτιμώντας τη δυνατότητά της να είναι καταναλωτική κοινωνία, μετά το 2008, μπήκαμε στην κρίση. Τώρα, χρησιμοποιώντας μια λέξη που χρησιμοποιούσε το ΠΑΣΟΚ, το «πισωγύρισμα», αυτό αποτέλεσε η εμφάνιση του ΣΥΡΙΖΑ, ενός κόμματος που ενώ ήταν «κόμμα του 4%» και που πάλευε να μπει στη Βουλή, υποσχόμενο τα πάντα σε μια στιγμή, εμφανίστηκε να αναλαμβάνει την κυβέρνηση εντελώς απροετοίμαστο. Το αποτέλεσμα ήταν το πρώτο εξάμηνο του 2015, το καταστροφικότερο που έχει υπάρξει στη μεταπολεμική Ελλάδα, να δοκιμάσει να εφαρμόσει στην πραγματική ζωή πράγματα που ακούγονταν ελκυστικά σε καφενεία. Όταν αυτό δεν μπόρεσε να το κάνει, αναγκάστηκε να προσεταιριστεί τα υπόλοιπα του ΠΑΣΟΚ και κάποια υπόλοιπα της ΝΔ, δημιουργώντας ένα κρατικίστικο σύστημα που σαν στόχο είχε να μετατρέψει ελεύθερους πολίτες, που είχαν μάθει ότι μπορούν να ζουν αγωνιζόμενοι και να βγάζουν το ψωμί τους και κάτι παραπάνω, σε «οικόσιτα», τα οποία θα τρώνε από το χέρι του κράτους. Δηλαδή το κράτος θα παίρνει όλα τα λεφτά των πολιτών κι εκείνοι θα στρέφονται για την ύπαρξή τους μόνο στο κράτος. Αυτό είναι μια οπισθοδρομική κατεύθυνση της ελληνικής κοινωνίας, προσπαθώντας να ακολουθήσουν πρότυπα που είχαν αποτύχει σε οποιοδήποτε κράτος, για τον λόγο ότι οπουδήποτε επιχειρήθηκε να υπάρξει σοσιαλισμός και κομμουνισμός απέτυχε, με τα σημερινά αποτελέσματα, δηλαδή την τελμάτωση της ελληνικής κοινωνίας και την πραγματική ανάγκη για αλλαγή.

Τι σας ενοχλεί περισσότερο από τον τρόπο άσκησης της εξουσίας από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ;

Κυρίως αυτό που προείπα, η προσπάθεια φτωχοποίησης όλων των Ελλήνων και η εξάρτηση από τις διαθέσεις του κόμματος, το οποίο θα διαχειρίζεται την εξουσία, όπως είχε πει η σύζυγος του πρωθυπουργού. Δηλαδή η πρόθεση να διχάσουν πλήρως την κοινωνία, ανασύροντας εποχές διχασμού που είχαν σχεδόν ξεχαστεί. Προσπαθούν να δημιουργήσουν μια νέα δεκαετία του 1940, στην οποία η Ελλάδα θα χωριστεί σε αριστερά και δεξιά και θα συγκρούεται. Σε πρόσφατη εκπομπή της ΕΡΤ είχε εμφανιστεί «σούπερ» με τη φράση «Πώς χάθηκε η μάχη της Αθήνας», σαν να χάθηκε εκείνη η μάχη από ανθρώπους που εκπροσωπούσαν την ελευθερία, ενώ στην πραγματικότητα εκπροσωπούσαν ό,τι πιο οπισθοδρομικό, και μειώνοντας ανθρώπους που είχαν αγωνιστεί για την ελευθερία της Ελλάδας και κατά του Άξονα και οι οποίοι αποκαλούνται εδώ και χρόνια «γερμανοτσολιάδες». Με ενοχλεί πάρα πολύ η προσπάθεια ενός νέου διχασμού, ο οποίος είχε τελειώσει στη συνείδηση των Ελλήνων πολιτών όταν είχαν χαιρετηθεί και είχαν βάλει ένα τέλος ο Μάρκος Βαφειάδης και ο Θρασύβουλος Τσακαλώτος, θείος του σημερινού υπουργού Οικονομικών.

Από την άλλη, πάντως, η κυβέρνηση λέει ότι η φτωχοποίηση ήρθε με τα μνημόνια, συνδέοντάς τα με την κατάρρευση του ΑΕΠ, την ανεργία και τη συρρίκνωση των εισοδημάτων. Το σχόλιό σας;

Κατ’ αρχάς δεν φτωχοποίησαν την Ελλάδα τα μνημόνια, αλλά η κρίση. Η κρίση έφερε τα μνημόνια και όχι τα μνημόνια την κρίση. Οποιοσδήποτε λογικός πολίτης το αντιλαμβάνεται αυτό. Κάποια στιγμή τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά, αλλά κανείς δεν είπε «ας φέρουμε ένα μνημόνιο», και όταν αυτό απέτυχε, φτωχοποιηθήκαμε. Εκείνη την εποχή η Ελλάδα περνούσε κρίση, ορισμένα στοιχεία από τα μνημόνια προφανώς δεν ήταν επιτυχημένα, αλλά το 2014, με την κυβέρνηση των «σαμαροβενιζέλων», όπως απαξιωτικά την αποκαλούν, η Ελλάδα έμοιαζε να ανακάμπτει. Και αυτό που ακολούθησε ήταν το καταστροφικό πρώτο εξάμηνο του 2015 και μετά η διακυβέρνηση των επόμενων 3,5 χρόνων από τον ΣΥΡΙΖΑ, η οποία τελμάτωσε κάθε προσπάθεια ανάκαμψης της οικονομίας. Δεν υπάρχει ούτε μία σημαντική επένδυση που να έγινε αυτό το διάστημα. Τους ρωτάω ευθέως να μου πουν μία επένδυση και κανένας δεν απαντάει, γιατί δεν έχει γίνει καμία.

Θεωρείτε ότι μια νίκη της ΝΔ θα είναι απλώς μια κυβερνητική αλλαγή ή μια ουσιαστική κοινωνική και πολιτική αλλαγή;

Από τη στιγμή που η αντιπαράθεση έχει γίνει ταξική, προφανώς θα είναι μια κοινωνική αλλαγή και μια επιστροφή της Ελλάδας σε ένα μοντέλο όπου οι Έλληνες θα νιώθουν υπεύθυνοι για την ύπαρξή τους και δεν θα επαφίενται στη φιλανθρωπία του κράτους για να ζήσουν, πράγμα που είναι η πρόθεση του ΣΥΡΙΖΑ.

Κατεβαίνετε υποψήφιος στον Δυτικό Τομέα της Αθήνας. Σε ποιους ψηφοφόρους θα θέλατε να απευθυνθείτε, δεδομένων και των ιδιομορφιών της περιοχής;

Ακριβώς το στοιχείο αυτό, της ιδιομορφίας της περιοχής, ήταν αυτό που με ώθησε να ζητήσω από τον Κυριάκο Μητσοτάκη να είμαι υποψήφιος στα δυτικά, πράγμα που δέχτηκε και είμαι ειλικρινά ευγνώμων γι’ αυτό. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι η Αθήνα διαιρείται σε αυτό που λέγεται ανατολική και δυτική πλευρά του Κηφισού ποταμού. Ακόμα και ο δίσκος των Πυξ Λαξ «Για τους πρίγκιπες της Δυτικής Όχθης», που κυκλοφόρησε πριν από σχεδόν 25 χρόνια, δείχνει αυτό το στοιχείο: ότι αντιλαμβανόμαστε την Αθήνα χωρισμένη στα δύο. Στην πραγματικότητα, οι διαφορές δεν είναι τόσο μεγάλες και το διαπίστωσα καθώς έχω κάνει πάνω από 250 συναντήσεις με ανθρώπους στη δυτική πλευρά. Οι επτά δήμοι, βέβαια, διαφοροποιούνται ο ένας από τον άλλον –δεν είναι ίδιο το Καματερό με το Χαϊδάρι–, αλλά, από την άλλη μεριά, πίστευα και πιστεύω απόλυτα στη δημοκρατία σε μια μορφή που να μοιάζει με το αγγλικό μοντέλο, όπου όλες οι περιφέρειες είναι μονοεδρικές. Δηλαδή ότι οι πολίτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται στο Κοινοβούλιο από τους βουλευτές τους, πράγμα το οποίο στην Ελλάδα δεν συνέβαινε στη Β΄ Αθηνών, όπου κάποιος έβγαινε έχοντας πάρει ψήφους από την Εκάλη έως το Καματερό και το Μοσχάτο, σαν να είναι βουλευτής Επικρατείας. Πιστεύω απόλυτα ότι ο βουλευτής δεν είναι εκπαιδευτικός, να προσπαθεί να διδάξει τους πολίτες. Μπορεί να λέει τη γνώμη του, μπορεί να δεσμεύεται μέσα στην ιδεολογία του κόμματός του (αυτό ισχύει πάντα), αλλά, από την άλλη, έχει την υποχρέωση να εκφράσει τη θέληση και το πνεύμα των πολιτών που τον εξέλεξαν. Εγώ έχω γεννηθεί στον Πειραιά και, πιστεύοντας ότι έχουν κάποιες ομοιότητες οι δύο περιοχές, θα είναι προνόμιό μου να συμβεί.

Έχετε ασχοληθεί επί μακρόν με την αθλητική δημοσιογραφία και ειδικά με το ποδόσφαιρο, το οποίο υπάρχει στα ΜΜΕ, υπάρχει στην κοινωνία, στην αυτοδιοίκηση, στην πολιτική. Θεωρείτε ότι αυτό είναι αντιπροσωπευτικό της κοινωνικής πραγματικότητας ή κάτι που θα πρέπει να προσεχθεί;

Να τα πάρουμε ένα-ένα. Ο ποδοσφαιρικός λόγος περνά στην πολιτική, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, καθώς θεωρείται lingua franca, κοινή γλώσσα, που μπορεί να είναι καταληπτή από ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Όσον αφορά την επιρροή που έχει το ποδόσφαιρο, κατά τη γνώμη μου είναι υπερεκτιμημένη. Για παράδειγμα, όταν αποκαλυπτόταν ο ρόλος του Κοσκωτά, δημιουργώντας τη μεγαλύτερη κρίση στην ιστορία του Ολυμπιακού, πιθανότατα της πιο δημοφιλούς ομάδας, θα έπρεπε να είχε διαλυθεί η Ελλάδα. Κι όμως, μέσα σε έναν μήνα δεν συνέβαινε τίποτα και ο Ολυμπιακός πέρασε μια πολύ μεγάλη κρίση εκείνη την εποχή. Δεν νομίζω ότι είναι πραγματικό ότι ο κόσμος ψηφίζει με οπαδικές ταυτότητες. Ούτε στον Ολυμπιακό συμβαίνει, ούτε στον Παναθηναϊκό, ούτε στη Θεσσαλονίκη, όπου συχνά έλεγαν για τον ΠΑΟΚ. Το ίδιο ισχύει κατά τη γνώμη μου και για έναν άλλο μύθο, τον μύθο των «στρατών των προέδρων», οι οποίοι πρόεδροι τις περισσότερες φορές πιέζονται από τους οργανωμένους οπαδούς παρά μπορούν να τους χρησιμοποιήσουν για τα συμφέροντά τους. Στην πραγματικότητα, δηλαδή, ζημιά παθαίνουν τις περισσότερες φορές από τους οργανωμένους παρά μπορούν να τους χρησιμοποιήσουν για να εκβιάσουν εξελίξεις. Επίσης, το ποδόσφαιρο σε πολλά μέρη δεν έχει τα λαϊκά χαρακτηριστικά που είχε στο παρελθόν. Για παράδειγμα, πριν από 30 χρόνια θα έπαιζε Αιγάλεω-Περιστέρι και θα γέμιζε ένα γήπεδο 30.000 θεατών. Σήμερα ο κόσμος βλέπει αθλητισμό περισσότερο από την τηλεόραση και όχι στο γήπεδο. Κι ένα τελευταίο από την πλευρά μου: αν η ΝΔ θέλει να ασχοληθεί σοβαρά με τον αθλητισμό, θα πρέπει να μετατρέψει το υπουργείο «πρωταθλητισμού», που είναι σήμερα κατά τη γνώμη μου, σε υπουργείο Αθλητισμού. Δηλαδή μόνιμα ο υπουργός που αναλαμβάνει το υπουργείο Αθλητισμού ασχολείται με το επαγγελματικό ποδόσφαιρο, όπου βρίσκει άμεση προβολή και είναι και οργανωμένος ο χώρος, και με τα αθλήματα πρωταθλητισμού, που φέρνουν μετάλλια στη χώρα. Πιστεύω απόλυτα στον αθλητισμό με τον οποίο μπορούν να ασχοληθούν όλοι, όχι μόνο τα παιδιά αλλά και οι μεγαλύτερες ηλικίες. Τα τρία-τέσσερα σπορ που μπορούν να κάνουν οι μεγαλύτερες ηλικίες και θα τους κάνουν να νιώθουν πιο καλά και θα τους φέρουν πιο κοντά τον έναν με τον άλλον. Αν θέλουμε να έχουμε υπουργείο Αθλητισμού, θα πρέπει να στραφούμε προς τα εκεί και κυρίως στα παιχνίδια. Όταν ενώθηκαν οι δύο Γερμανίες, σταμάτησαν να κάνουν πρωταθλητισμό και προσπάθησαν να κάνουν αθλητισμό, για το καλό και την υγεία των πολιτών τους. Θεωρώ ότι αυτός θα έπρεπε να είναι ο ρόλος του υπουργείου Αθλητισμού.