Ξένια Κουναλάκη: «Δεν ξέρω να κάνω κάτι άλλο από το να γράφω» - Free Sunday
Ξένια Κουναλάκη: «Δεν ξέρω να κάνω κάτι άλλο από το να γράφω»

Ξένια Κουναλάκη: «Δεν ξέρω να κάνω κάτι άλλο από το να γράφω»

Της αρέσουν οι άνθρωποι που δεν παίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους, ειδικά όταν είναι πλανητάρχες. Αν ξεκινούσε από την αρχή, θα γινόταν και πάλι δημοσιογράφος, παρόλο που όταν δεν γράφει λογοτεχνία νιώθει στερητικό, όπως μετά τη διακοπή καπνίσματος. 

Ποια ήταν η τελευταία ταινία που είδατε και κλάψατε; Σε ποιες σκηνές;
Στην «Υπηρέτρια», ένα λεσβιακό θρίλερ του Κορεάτη Παρκ Τσαν Γουκ, εκ των αγαπημένων μου σκηνοθετών, μεταξύ άλλων του «Old Boy» και μιας ολόκληρης τριλογίας εκδίκησης. Η ομορφιά των δύο αλαβάστρινων πρωταγωνιστριών ήταν τόσο εκτυφλωτική και ο έρωτάς τους τόσο συνταρακτικός, που συγκινήθηκα.

Από τη δημοσιογραφία στη λογοτεχνία και πάλι πίσω ή μπροστά;
Τώρα που τελείωσε το βιβλίο, μου λείπει πολύ το (λογοτεχνικό;) γράψιμο, σαν να έχω κόψει το τσιγάρο, νιώθω ένα απροσδιόριστο στερητικό σύνδρομο. Με μια έννοια, η δημοσιογραφία, η αρθρογραφία, η λάντζα του γραψίματος, είναι το υποκατάστατο, η τσίχλα νικοτίνης.

Πόσο κράτησε η συγγραφή αυτού του βιβλίου;
Έναν χρόνο. Έγραφα στις βάρδιες μου και στις διακοπές μου. Πάντως, τα κείμενα βγήκαν αβίαστα και νομίζω ότι αυτό φαίνεται. Ελάχιστα τα διόρθωσα, δεν τα «χτένισα», σπάνια αυτολογοκρίθηκα.

Έχετε σκεφτεί ήδη το επόμενο;
Όχι. Αν και έχω ξεκινήσει εδώ και χρόνια ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Πάντα ήθελα να γράψω κάτι τρομερά βίαιο, κυρίως ψυχολογικά βίαιο, με τον τρόπο που χρησιμοποιεί τη βία ο Αυστριακός σκηνοθέτης Μίχαελ Χάνεκε, για παράδειγμα.

Αν ξεκινούσατε τώρα, θα επιλέγατε και πάλι το ίδιο επάγγελμα;
Ναι, σίγουρα. Δεν μπορώ να φανταστώ να κάνω τίποτε άλλο επί πολλές δεκαετίες.

Δεν είναι μεγάλο προνόμιο να πληρώνεται κανείς για να γράφει;
Για μένα, ναι, γιατί μου αρέσει να γράφω. Και μάλλον δεν ξέρω και τίποτε άλλο να κάνω, εκτός από μικρές κατασκευές, κουκλόσπιτα Playmobil, δωράκια σοκολατένιων αυγών Kinder που χρειάζονται συναρμολόγηση και τέτοια. Κατά τα άλλα, είμαι παντελώς ατάλαντη και άχρηστη. Υποθέτω, ωστόσο, πως για άλλους θα ήταν μαρτύριο να γράφουν επαγγελματικά. Ξέρω πολλούς ανθρώπους που το μισούν.

Είναι δικαιολογημένη η δυσπιστία της κοινής γνώμης απέναντι στα ΜΜΕ;
Ναι, είναι. Θυμάμαι μια ομιλία του Χέλμουτ Σμιτ στο Αμβούργο πριν από κάποια χρόνια, όταν τον είχαν ρωτήσει γιατί δεν έγινε ποτέ δημοσιογράφος, αφού είχε σχέση με τη διοίκηση της εφημερίδας «Zeit». Και είχε απαντήσει «επειδή δεν είμαι επιφανειακός άνθρωπος». Υπάρχει στο επάγγελμά μας μια προχειρότητα και μια τσαπατσουλιά, η οποία είναι πιθανό να συνδέεται με το εφήμερο των εντύπων, των τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών εκπομπών, αλλά και τη λήθη του κοινού. Έχω γνωρίσει όμως και συναδέλφους-σπασίκλες, που εργάζονται με επιμέλεια, θεωρώντας ότι παράγουν υλικό για τον ιστορικό του μέλλοντος.

Εσείς διαβάζετε ελληνικές εφημερίδες (πέρα από την «Καθημερινή») για να ενημερωθείτε;
Ναι, διαβάζω συχνά τα «Νέα», την «Εφημερίδα των Συντακτών» και την «Αυγή» καμιά φορά, για να θυμώσω και να γράψω μετά σχόλιο στη στήλη μου.

Η κρίση του Τύπου είναι το ίδιο βαθιά εδώ και στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο;
Πιστεύω πως ναι. Μου αρέσει όμως που σοβαρά γεγονότα, όπως η εκλογική νίκη του Ντόναλντ Τραμπ, οδηγούν στην παραγωγή συναρπαστικής δημοσιογραφίας και στη δίψα της κοινής γνώμης για ενημέρωση. Θεωρώ ότι είναι πολύ ενθαρρυντικό σημάδι αυτό για το μέλλον των ΜΜΕ.

Σας συγκίνησε η ομιλία του Μπ. Ομπάμα στην Αθήνα;
Ναι, πολύ, είναι κοινότοπο να πω ότι είναι χαρισματικός ρήτορας. Όλη η τελευταία χρονιά ήταν άλλωστε ένας μεγάλος, παρατεταμένος αποχαιρετισμός του σημαντικότερου Αμερικανού Προέδρου των τελευταίων δεκαετών. Με έχουν συγκινήσει όμως άλλα πράγματα περισσότερο: η ερωτική επιστολή που είχε στείλει ως φοιτητής στην τότε αγαπημένη του, τη δεκαετία του ’80, ασκώντας «τρυφερή» κριτική στον Τ.Σ. Έλιοτ και στα κουαρτέτα του. Ή η συνομιλία του με τη συγγραφέα Μέριλιν Ρόμπινσον, αλλά και η ευκολία του στον αυτοσαρκασμό. Με συγκινούν οι άνθρωποι που δεν παίρνουν πολύ σοβαρά τον εαυτό τους. Ειδικά όταν είναι πλανητάρχες.

Ελπίζετε ότι θα έρθουν στο ορατό μέλλον καλύτερες μέρες;
Με μια φίλη μου κάνουμε όνειρα για την εποχή «που θα βγούμε στις αγορές», όπως λέμε γελώντας. Είναι η κωδική ονομασία για τη μέρα που η χώρα θα ξεφύγει από τη βαθιά ύφεση των τελευταίων ετών, θα ανακάμψει η οικονομία και μαζί της η ψυχική υγεία ενός ολόκληρου λαού. Ναι, νομίζω ότι μέρες καλύτερες θα έρθουν και αυτή τη φορά θα τις εκτιμήσουμε περισσότερο απ’ ό,τι παλιότερα, που τις θεωρούσαμε κάπως δεδομένες.

Kounalaki_vivlio