Το σταυροδρόμι του Αυγούστου και τι θα ακολουθήσει - Free Sunday
Το σταυροδρόμι του Αυγούστου και τι θα ακολουθήσει

Το σταυροδρόμι του Αυγούστου και τι θα ακολουθήσει

Είμαι παρατηρητής του δημόσιου βίου και αναλυτής των εξελίξεων εδώ και 40 χρόνια. Ένα από τα βασικά συμπεράσματα που έχω βγάλει είναι ότι έχει σημασία πώς ένα κόμμα διεκδικεί την εξουσία, γιατί ο τρόπος διεκδίκησης προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό, σε περίπτωση εκλογικής νίκης, την αποτελεσματικότητα και την ποιότητα της διακυβέρνησης.

Με βάση αυτό το κριτήριο είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος, γιατί η ΝΔ έχει έναν πολύ σοβαρό ηγέτη, ο οποίος δεν υποκύπτει στις γνωστές ευκολίες της πολιτικής και έχει καταφέρει να ενισχύσει εντυπωσιακά τη συγκριτική θέση της ΝΔ. Χάσαμε τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015 με 8 μονάδες διαφορά και έχουμε φτάσει στο σημείο να θεωρούμε αυτονόητο ότι η ΝΔ προηγείται στις δημοσκοπήσεις με 8 ή και περισσότερες μονάδες.

Οι ευνοϊκές δημοσκοπήσεις δεν είναι συμβόλαιο με την εξουσία, γιατί φωτογραφίζουν την πολιτική στιγμή και δεν μπορούν να αποδώσουν τη δυναμική που στηρίζεται στη δική μας σκέψη και στη δική μας πολιτική δράση.

Η αφετηρία του Αυγούστου

Τον Αύγουστο φτάνουμε μετά κόπων και βασάνων στην έξοδο της Ελλάδας από το πρόγραμμα-μνημόνιο και μπαίνουμε στην τελική προεκλογική ευθεία χωρίς να γνωρίζουμε πότε ακριβώς θα γίνουν οι εκλογές, το φθινόπωρο του ’18, την άνοιξη του ’19 ή το φθινόπωρο του ’19. Θα έχουμε, λοιπόν, έναν αγώνα δρόμου που θα έχει ταυτόχρονα χαρακτηριστικά κούρσας ταχύτητας και μαραθωνίου.

Η έξοδος της Ελλάδας από το πρόγραμμα-μνημόνιο είναι καλά νέα και στηρίζεται μεταξύ των άλλων στις μεγάλες θυσίες του ελληνικού λαού, στη στροφή του καλοκαιριού του 2015 στην οποία υποχρεώθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ με τη δική μας παραίνεση και πίεση, στον δυναμισμό του ιδιωτικού τομέα παρά τις επιθέσεις που δέχεται συχνά από την κυβέρνηση –με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον τουρισμό, που σπάει τα ρεκόρ παρά την υπερφορολόγηση– και στην αναγκαστική εφαρμογή από τον Τσίπρα ενός μέρους του προγράμματος της κυβέρνησης Σαμαρά, όπως, για παράδειγμα, η ιδιωτικοποίηση των περιφερειακών αεροδρομίων, η οποία οδήγησε στην αύξηση των άμεσων ξένων επενδύσεων το 2017 και συνέβαλε στην επίτευξη του στόχου για τα έσοδα από ΦΠΑ που εμφάνιζαν σημαντική υστέρηση.

Ο λογαριασμός του Τσίπρα

Τα καλά νέα της εξόδου από το πρόγραμμα-μνημόνιο δεν καταργούν τον λογαριασμό των λαθών και των παραλείψεων της κυβέρνησης Τσίπρα.

Πρώτον, ενώ όλες οι άλλες χώρες που υποχρεώθηκαν να μπουν σε πρόγραμμα-μνημόνιο βγήκαν από αυτό σύμφωνα με το αρχικό χρονοδιάγραμμα μέσα σε τρία χρόνια, εμείς μπήκαμε το 2010 για να βγούμε το 2013, χάσαμε πολύτιμο χρόνο και θα βγαίναμε το 2015. Ήρθε ο Τσίπρας, που θα έβαζε αμέσως τέλος σε πρόγραμμα-μνημόνιο και λιτότητα, μας εγκλώβισε σε ένα σκληρότερο τρίτο πρόγραμμα-μνημόνιο μέχρι το 2018 και υπέγραψε και ψήφισε μνημονιακού τύπου μέτρα για το 2019 και το 2020. Το τριετές πρόγραμμα-μνημόνιο έγινε στην περίπτωση της Ελλάδας μια περίοδος θυσιών οκτώ συν δύο χρόνων. Περάσαμε έτσι από τη θεραπεία-σοκ που εφάρμοσαν οι άλλες χώρες σε μια βασανιστική δεκαετία για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα πάρα πολλοί να μην αντέξουν.

Δεύτερον, τα λάθη και οι παραλείψεις του 2015 έχουν τεράστιο κόστος, το οποίο, σύμφωνα με ορισμένους υπολογισμούς, μπορεί να ξεπερνάει τα 100 δισ. ευρώ.

Το βέβαιο είναι ότι κατέρρευσε το τραπεζικό σύστημα, εφόσον αποσύρθηκαν καταθέσεις 40 δισ. ευρώ, εκ των οποίων είναι ζήτημα να έχουν επιστρέψει 5 δισ. ευρώ, τα κόκκινα δάνεια εκτοξεύτηκαν στο 45% του συνόλου και χάθηκαν πάνω από 35 δισ. ευρώ δημόσιου χρήματος τα οποία είχαν χρηματοδοτήσει τις προηγούμενες ανακεφαλαιοποιήσεις και θα καλυφθούν υποχρεωτικά από τους φορολογούμενους πολίτες. Μόνο από την τραπεζική περιπέτεια του 2015 η κάθε τετραμελής οικογένεια έχει χρεωθεί 14.000 ευρώ, τα οποία θα πρέπει να πληρώσει με τη μορφή φόρων.

Το τραπεζικό σύστημα έχει σταθεροποιηθεί, αλλά σε πολύ χαμηλό επίπεδο, με αποτέλεσμα να γίνεται κοινωνικά σκληρή η διαχείριση των κόκκινων δανείων και να μην υπάρχει δυνατότητα επαρκούς χρηματοδότησης του παραγωγικού ιδιωτικού τομέα της οικονομίας.

Τρίτον, η τριετία 2015-2018 ξεκίνησε με την πρόγνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ετήσια ανάπτυξη της τάξης του 2,5%-3% και εξελίχθηκε σε συνθήκες οικονομικής στασιμότητας.

Την ίδια τριετία οι χώρες που είχαν μπει σε πρόγραμμα-μνημόνιο ή είχαν αναλάβει ανάλογες υποχρεώσεις αναπτύχθηκαν ικανοποιητικά έως δυναμικά, καλύπτοντας μέρος της χαμένης απόστασης από την οικονομία της Ευρωζώνης και αφήνοντας ακόμα πιο πίσω την Ελλάδα. Η Ιρλανδία αύξησε μέσα σε μία τριετία το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν της κατά 14%, η Ισπανία κατά 10% και η Πορτογαλία και η Κύπρος κατά 7% έως 8%. Η κυβέρνηση Τσίπρα δεν μπόρεσε να ακολουθήσει την επιτυχημένη πορεία της ιρλανδικής, ισπανικής και κυπριακής κεντροδεξιάς, ούτε καν της πορτογαλικής κεντροαριστεράς.

Χάθηκαν μεγάλες αναπτυξιακές ευκαιρίες και με το πέρασμα του χρόνου μεγάλωσε η διαφορά μεταξύ της οικονομίας της Ευρωζώνης, που βρίσκεται στον πέμπτο χρόνο σταθερής ανάπτυξης και έχει απορροφήσει την πρόσθετη ανεργία που δημιούργησε η κρίση του 2008, και της ελληνικής οικονομίας, που εξακολουθεί να χάνει έδαφος σε σχέση με τους εταίρους, που είναι και ανταγωνιστές.

Η κοινωνία του ενός τρίτου

Η μεγάλη καθυστέρηση στην έξοδο από το πρόγραμμα-μνημόνιο άλλαξε τη σύνθεση της ελληνικής κοινωνίας, εξέλιξη που κάνει ακόμη πιο δύσκολη την επιστροφή σε περίοδο δυναμικής και σταθερής ανάπτυξης.

Πριν από την κρίση δύο στους τρεις Έλληνες είχαν ευρωπαϊκό επίπεδο διαβίωσης και προοπτική. Μετά από τόσα χρόνια δύσκολης προσαρμογής έχουμε φτάσει στο σημείο μόλις ένας στους τρεις Έλληνες να έχει ευρωπαϊκό επίπεδο ζωής και προοπτική, με δύο στους τρεις συμπολίτες μας να αγωνίζονται για να τα φέρουν βόλτα ή να έχουν οδηγηθεί στο επαγγελματικό και κοινωνικό περιθώριο. Θα χρειαστούν αρκετά χρόνια σταθερής και δυναμικής οικονομικής ανάπτυξης για να περάσουν τα οικονομικά οφέλη στα δύο τρίτα της κοινωνίας που έχουν περιέλθει σε εξαιρετικά δύσκολη θέση.

Ανέκδοτο η καθαρή έξοδος

Η έξοδος από το πρόγραμμα-μνημόνιο είναι θετική εξέλιξη, γιατί δείχνει ότι δεν θα καταστραφούμε –το 2015 φτάσαμε εξαιτίας του Τσίπρα και του Βαρουφάκη πολύ κοντά στην καταστροφή–, αλλά βέβαια θα ταλαιπωρηθούμε και μάλιστα άδικα, πληρώνοντας τον λογαριασμό της κυβέρνησης Τσίπρα.

Η κυβερνητική προπαγάνδα-επικοινωνία σύμφωνα με την οποία η έξοδος είναι καθαρή, με την έννοια ότι βάζει τέλος στα περισσότερα βάσανα του ελληνικού λαού, έχει ανάλογη αξιοπιστία με το λεγόμενο πρόγραμμα Θεσσαλονίκης, τον άμεσο τερματισμό του μνημονίου το 2015 ή την εξουδετέρωση του τρίτου προγράμματος-μνημονίου με το άφαντο παράλληλο πρόγραμμα.

Πρόκειται για ένα ακόμη μεγάλο πολιτικό ψέμα του κ. Τσίπρα και των συνεργατών του, οι οποίοι επιμένουν στη συνέχιση, με όλα τα μέσα, της διαρκούς πολιτικής απάτης. Η έξοδος δεν μπορεί να είναι καθαρή, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ έχουν προσυπογράψει και ψηφίσει στη Βουλή πολύ δύσκολα μέτρα, τα οποία θα επιδεινώσουν την οικονομική και κοινωνική καθημερινότητα των περισσότερων συμπολιτών μας. Μαζικοί πλειστηριασμοί ακινήτων από το β΄ εξάμηνο του 2018, μεγάλη μείωση των κύριων συντάξεων από τον Ιανουάριο του 2019 και μεγάλη μείωση του αφορολόγητου ορίου για το ετήσιο εισόδημα από τον Ιανουάριο του 2020.

Ο κ. Τσίπρας πήρε το τρίτο πρόγραμμα-μνημόνιο, το οποίο ήταν εμπροσθοβαρές στον σχεδιασμό του, καθυστέρησε για πολιτικούς λόγους την εφαρμογή του και μετέφερε τα πιο δύσκολα μέτρα στο τέλος της τετραετίας και στις αρχές της επόμενης, μεγαλώνοντας το πρόβλημα αξιοπιστίας της κυβέρνησης και γενικότερα του πολιτικού συστήματος.

Τι πρέπει να περιμένουμε

Μέχρι τον Αύγουστο του 2018 θα πρέπει να έχουν οριστικοποιηθεί οι οικονομικές αποφάσεις, δημιουργώντας κατά την εκτίμησή μου το ακόλουθο πλαίσιο.

Το τέλος του δανειακού προγράμματος πρέπει να θεωρείται δεδομένο, γιατί πολλές από τις κυβερνήσεις των πιστωτριών κρατών εκτιμούν ότι η συνέχισή του τις πλήττει πολιτικά, εφόσον κατηγορούνται από τα κόμματα της αντιπολίτευσης ότι επιδοτούν το ελληνικό Δημόσιο με επιτόκιο δανεισμού της τάξης του 1%, ενώ υπάρχει κίνδυνος να περάσει το βάρος του χρέους από τους Έλληνες φορολογούμενους στους φορολογούμενους πολίτες των χωρών τους.

Η λήξη του δανειακού προγράμματος είναι υποχρεωτική και έχει αποφασιστεί από τους πιστωτές, με αποτέλεσμα να αρχίσουμε να δανειζόμαστε από τις αγορές με τριπλάσιο και τετραπλάσιο επιτόκιο σε ό,τι αφορά τα δεκαετή ομόλογα.

Τα δύσκολα μέτρα που έχουν αποφασιστεί για το 2018-2020 δύσκολα αλλάζουν, γιατί στηρίζονται σε ομόφωνες αποφάσεις πολλών εμπλεκομένων, οι οποίες μπορούν να ανατραπούν μόνο με ομοφωνία. Επομένως το πιθανότερο είναι ότι τα πράγματα θα μείνουν ως έχουν, με τους μαζικούς πλειστηριασμούς ακινήτων να κυριαρχούν το β΄ εξάμηνο του 2018 και τα επόμενα χρόνια, τις συντάξεις να μειώνονται ξανά το 2019 και το αφορολόγητο όριο στο ετήσιο εισόδημα το 2020.

Σε ό,τι αφορά τη ρύθμιση του χρέους, αυτή αναμένεται να οριστικοποιηθεί εντός του 2018 αλλά θα είναι, πιθανότατα, αρκετά τσιγκούνικη και δεν θα έχει τον χαρακτήρα της δραστικής αναδιάρθρωσης που προτείνει το ΔΝΤ και είχε εξασφαλίσει, σε επίπεδο πολιτικής απόφασης, η κυβέρνηση Σαμαρά στα τέλη του 2012.

Ο μεγάλος κίνδυνος

Ο μεγάλος κίνδυνος που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία είναι να πληρώσει ακριβά τον χρόνο που χάθηκε με ευθύνη της κυβέρνησης Τσίπρα. Μαζεύονται μαύρα σύννεφα στον οικονομικό ορίζοντα και δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι το ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον θα εξακολουθήσει να είναι τόσο ευνοϊκό.

Η αναπτυξιακή πενταετία που ήδη έχει καταγράψει η Ευρωζώνη μπορεί να απειληθεί από αρνητικές πολιτικές εξελίξεις, όπως είναι η εκλογική επικράτηση των ευρωσκεπτικιστών και των αντιευρωπαίων στην Ιταλία, οι οποίοι τώρα προσπαθούν να σχηματίσουν κυβέρνηση με ένα πρόγραμμα που μπορεί να αμφισβητήσει τη λειτουργία της Ευρωζώνης. Τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονομία τα καταφέρνει χάρη στα τουριστικά ρεκόρ, τα οποία επιτυγχάνονται σε πείσμα της υπερφορολόγησης του κλάδου από την κυβέρνηση. Ο ελληνικός τουρισμός ευνοήθηκε από την κρίση στην Τουρκία και την ανασφάλεια που επικρατεί σε τουριστικούς προορισμούς της Βόρειας Αφρικής, αλλά μπορεί να πληρώσει ακριβά ενδεχόμενη κλιμάκωση της έντασης. Επιπλέον, οι εξελίξεις στη Συρία και στην ευρύτερη περιοχή συμβάλλουν στη δυναμική άνοδο της διεθνούς τιμής του πετρελαίου, προκαλώντας σημαντική επιβάρυνση στην ελληνική οικονομία.

Από το 2014 το ευρωπαϊκό οικονομικό περιβάλλον είναι εξαιρετικά ευνοϊκό, αλλά δεν υπάρχουν εγγυήσεις ότι θα συνεχιστεί η καλή πορεία, η οποία, δυστυχώς, δεν αξιοποιήθηκε από την κυβέρνηση Τσίπρα.

Τα σενάρια των εκλογών

Στις συνθήκες που περιγράψαμε, τρία είναι τα βασικά σενάρια για τον χρόνο διενέργειας των εκλογών.

Το πρώτο είναι του φθινοπώρου του 2018, με το σκεπτικό ότι ο κ. Τσίπρας και οι συνεργάτες του θα διαφημίζουν μια δήθεν καθαρή έξοδο, προτού εφαρμοστούν τα σκληρά μέτρα τα οποία έχουν ήδη υπογράψει και ψηφίσει. Θα διεκδικήσει με αυτόν τον τρόπο ο ΣΥΡΙΖΑ μια αξιοπρεπή ήττα, προτού εμφανιστεί σε όλες τις οικονομικές και κοινωνικές της διαστάσεις η νέα πολιτική του μπλόφα.

Το δεύτερο σενάριο είναι η ταυτόχρονη διεξαγωγή των ευρωεκλογών και των βουλευτικών εκλογών τον Μάιο του 2019. Επειδή συνήθως οι ευρωεκλογές τιμωρούν τις κυβερνήσεις, εφόσον η ψήφος είναι πιο χαλαρή, και επειδή αναπτύσσονται πολλές δυνάμεις στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ –ΛΑΕ, κόμμα Βαρουφάκη (DiEM25), κόμμα Κωνσταντοπούλου (Πλεύση Ελευθερίας)–, ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να θελήσει να συνδυάσει τις δύο εκλογές για να φρενάρει την πτώση των ποσοστών του. Διαφορετικά, μπορεί να πάρει ένα ποσοστό της τάξης του 15% στις ευρωεκλογές, που θα δημιουργήσει εξαιρετικά αρνητική δυναμική για τις βουλευτικές εκλογές.

Υπάρχει και το τρίτο σενάριο, σύμφωνα με το οποίο ο κ. Τσίπρας δέχεται ότι θα είναι ο χαμένος των εκλογών και πηγαίνει στην εξάντληση της τετραετίας για να παρατείνει τη νομή της εξουσίας, η οποία έχει πάρει προκλητικές διαστάσεις, και ελπίζοντας σε κάποιο πολιτικό απρόοπτο που θα μπορούσε να αλλάξει τον συσχετισμό δυνάμεων.

Δεν θυμάμαι τη ΝΔ να είναι, ως κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, σε τόσο καλή συγκριτική θέση, έχοντας όλα τα πλεονεκτήματα σε σχέση με τον βασικό αντίπαλο, στην τελική προεκλογική ευθεία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλει νικητή

Η καλύτερη επιβεβαίωση του συγκριτικού πλεονεκτήματος της ΝΔ είναι η στρατηγική που επιλέγει ο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή στηρίζεται στην επιδίωξη να μην υπάρξει ουσιαστικός νικητής στις επόμενες βουλευτικές εκλογές, για να διατηρήσει ο ΣΥΡΙΖΑ πρωταγωνιστικό ρόλο παρά τη διαφαινόμενη εκλογική του ήττα. Η κυβερνητική ηγεσία εκτιμά ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ελάχιστες πιθανότητες να βγει νικητής στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση και γι’ αυτό επιδιώκει να μην υπάρξει νικητής.

Εκτιμά επίσης ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να ανεβάσει τα ποσοστά του για να καλύψει τη δημοσκοπική απόσταση που τον χωρίζει από την πρώτη ΝΔ, γι’ αυτό επενδύει σε μια προσπάθεια να ψαλιδίσει με διάφορους τρόπους τα ποσοστά της ΝΔ.

Έτσι, είχαμε το ξαφνικό ενδιαφέρον του κ. Τσίπρα για το λεγόμενο Μακεδονικό, με το σκεπτικό ότι θα μπορούσε να διχάσει τη ΝΔ, όπως το 1992-1993. Τελικά διχάστηκε η κυβέρνηση, απομονώθηκε από τη μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού και η υποτιθέμενη εντατική διαπραγμάτευση αποδείχθηκε άνευ ουσιαστικού περιεχομένου σε ό,τι αφορά τα καλώς εννοούμενα εθνικά μας συμφέροντα. Στη συνέχεια είχαμε τη συστηματική σκανδαλολογία, ιδιαίτερα γύρω από τη Novartis, η οποία κατέληξε σε φιάσκο, εφόσον αποδείχθηκε ότι η κυβέρνηση δεν ήθελε να προχωρήσει στην κάθαρση ενός μεγάλου σκανδάλου το οποίο συνεχίζεται, αλλά απλώς να στοχοποιήσει δέκα πολιτικούς αντιπάλους της, ορισμένοι από τους οποίους δεν είχαν καν σχέση με τη διαχείριση της δημόσιας δαπάνης για το φάρμακο.

Τελευταία η κυβέρνηση κάνει ό,τι μπορεί για να δημιουργήσει πολιτικό χώρο στα δεξιά της ΝΔ με στόχο να ανέβουν τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής, να εμφανιστεί μια υποστηριζόμενη από την κυβέρνηση και διαπλεκόμενα συμφέροντα Λέγκα του Βορρά, να αναπτυχθούν μικρά κόμματα στον χώρο της λαϊκής, εθνικιστικής Δεξιάς, με στόχο πάντα το ψαλίδισμα των ποσοστών της ΝΔ.

Κατά την άποψή μου, δύο είναι οι πολιτικές δυναμικές που μπορεί να επικρατήσουν. Οι ψηφοφόροι θα εμπιστευτούν τη ΝΔ, παρά τις όποιες αδυναμίες της και τους δισταγμούς τους, για να δημιουργήσουν δυναμική εξόδου από την πολυδιάστατη κρίση ή θα περάσουν από τον αριστερόστροφο λαϊκισμό του 2015 σε έναν δεξιόστροφο, εθνικιστικό λαϊκισμό το 2018-2019, στερώντας πολύτιμες ψήφους από τη ΝΔ και διευκολύνοντας τον ΣΥΡΙΖΑ στη διεκδίκηση πρωταγωνιστικού ρόλου παρά τη διαφαινόμενη εκλογική του ήττα.

Η μόνη ποιοτική και αποτελεσματική απάντηση στην πολυδιάστατη κρίση που αντιμετωπίζει η πατρίδα μας είναι μία οκταετία πολιτικής κυριαρχίας Μητσοτάκη-ΝΔ, που θα αποτελεί τη βάση για ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες.

Πρωταθλητές στην Ε.Ε.

Η ΝΔ διεκδικεί και ρόλο πρωταθλητή στις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, στο οποίο ανήκει η ΝΔ, είναι και θα παραμείνει η μεγαλύτερη πολιτική δύναμη της Ε.Ε. Οι δυνάμεις του, όμως, προβλέπεται να υποχωρήσουν στις ευρωεκλογές του Μαΐου 2019, κυρίως εξαιτίας των μειωμένων ποσοστών της ιταλικής και της γαλλικής κεντροδεξιάς. Μεγαλύτερες θα είναι οι απώλειες για τις σοσιαλιστικές, κεντροαριστερές δυνάμεις εξαιτίας του Brexit, που τους στερεί το βρετανικό Εργατικό Κόμμα, και της υποχώρησης των ποσοστών της κεντροαριστεράς σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Γερμανία. Προβλήματα μπορεί να αντιμετωπίσει και η ομάδα των Φιλελευθέρων, εφόσον ο Πρόεδρος της Γαλλίας κ. Μακρόν δεν δείχνει έτοιμος να εντάξει το κόμμα του σε αυτήν, αντίθετα θέλει να δημιουργήσει μια ευρωπαϊκή πολιτική ομάδα δικής του επιρροής, που μπορεί να περιλαμβάνει σημαντικές δυνάμεις, όπως οι Ciudadanos της Ισπανίας.

Μεγάλοι κερδισμένοι στις ευρωεκλογές του Μαΐου 2019 θα είναι διάφοροι δεξιόστροφοι έως ακροδεξιοί ευρωσκεπτικιστές και αντιευρωπαίοι, ενώ η Ευρωπαϊκή Αριστερά, η οποία έχει διχαστεί γύρω από την πολιτική που ακολουθεί η κυβέρνηση Τσίπρα, θα δει τις μικρές της δυνάμεις να περιορίζονται.

Σε αυτό το σκηνικό η ΝΔ μπορεί να αναδειχθεί, με την ψήφο του ελληνικού λαού στις ευρωεκλογές, μία από τις σημαντικότερες δυνάμεις του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, ενώ τα κοινά πολιτικά χαρακτηριστικά Μητσοτάκη-Μακρόν –και οι δυο ευρωπαϊστές και μεταρρυθμιστές– θα της δώσουν τη δυνατότητα να επηρεάζει έναν υπό δημιουργία σημαντικό πολιτικό χώρο.

Η ενίσχυση του ευρωπαϊκού ρόλου της ΝΔ θα τη διευκολύνει στην άσκηση της εξουσίας, εξασφαλίζοντας καλή γνώση των ευρωπαϊκών εξελίξεων, σημαντική επιρροή στη διαμόρφωσή τους και ισχυρές πολιτικές συμμαχίες και συνεργασίες.

GOUTOS2