Μεγάλη δοκιμασία για την εθνική οικονομία - Free Sunday

Free Sunday skin left

Free Sunday skin left

Μεγάλη δοκιμασία για την εθνική οικονομία
Οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σήμα κινδύνου για Ελλάδα, Ευρωζώνη.

Μεγάλη δοκιμασία για την εθνική οικονομία

Η εαρινή έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την κατάσταση και την προοπτική της ελληνικής και της ευρωπαϊκής οικονομίας προκαλεί δικαιολογημένο προβληματισμό.

Οι ειδικοί της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναφέρονται σε ένα μεγάλης κλίμακας συμμετρικό σοκ. Μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009 είχαμε μία μικρότερης κλίμακας κρίση, η οποία ήταν ασύμμετρη. Χτυπούσε πολύ σκληρά οικονομίες με διαρθρωτικά προβλήματα, όπως της Ελλάδας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας, και πολύ λιγότερο οικονομίες με μεγαλύτερες δυνατότητες και αντοχές.

Το γεγονός ότι η κρίση αντιμετωπίζεται ως συμμετρική από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τις κυβερνήσεις είναι καλό για την Ελλάδα, με την έννοια ότι δεν θεωρείται πρωταγωνίστρια της κρίσης, ούτε απομονώνεται σε μια υποομάδα προβληματικών χωρών. Σε μια συμμετρική κρίση επιβάλλονται, σε γενικές γραμμές, μέτρα και λύσεις που ισχύουν για όλους.

 

Συμμετρική απειλή

Αν και η κρίση είναι συμμετρική, τα αποτελέσματα στην αντιμετώπισή της διαφοροποιούνται ανάλογα με τις δυνατότητες κάθε οικονομίας και τις πρωτοβουλίες των κυβερνήσεων.

Τα στοιχεία που δείχνουν ότι η κρίση που χτυπάει την Ευρωζώνη και την Ε.Ε. στο σύνολό της είναι συμμετρική συνοψίζονται ως εξής:

Πρώτον, με βάση την πρόγνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα έχουμε πτώση του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη κατά 7,75% το 2020, ενώ η πτώση στο σύνολο της Ε.Ε. εκτιμάται στο 7,5%. Το 2021 θα περάσουμε από τη μεγάλη πτώση στη δυναμική ανάκαμψη, με ποσοστά ανάκαμψης που θα ξεπερνούν το 6%.

Δεύτερον, η οικονομική πρόγνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής την άνοιξη του 2020 για το σύνολο της Ε.Ε. είναι 9 μονάδες του ΑΕΠ κάτω σε σχέση με την πρόγνωση που έκανε το φθινόπωρο του 2019. Αυτό δείχνει ότι η δραματική επιδείνωση αφορά όλους και πως σε συνθήκες τόσο μεγάλων και δυναμικών αλλαγών οι εκτιμήσεις αλλάζουν προς το καλύτερο ή το χειρότερο με μεγάλη ταχύτητα.

Τρίτον, ανεξάρτητα από το πώς ακριβώς θα εξελιχθεί η νέα κρίση, είναι φανερό ότι θα αφήσει τα σημάδια της. Ακόμη και μετά την ανάκαμψη που προβλέπεται για το 2021 το ΑΕΠ των «27» θα είναι στα τέλη του 2021 3 μονάδες κάτω από την πρόγνωση του περασμένου φθινοπώρου.

Τέταρτον και ίσως σημαντικότερο, εξαιτίας της φύσης της σημερινής κρίσης, όπου η οικονομική διάσταση εξαρτάται άμεσα από την απειλή της πανδημίας για τη δημόσια υγεία, οι προγνώσεις είναι λιγότερο ασφαλείς απ’ ό,τι συνήθως. Αν εκδηλωθεί δεύτερο κύμα κορονοϊού –κάτι το οποίο οι περισσότεροι επιστήμονες προεξοφλούν για τον Νοέμβριο–, το ΑΕΠ των «27» μπορεί να χάσει 3 επιπλέον ποσοστιαίες μονάδες.

 

Ρεκόρ στην ύφεση

Σύμφωνα με την ανάλυση που κάνουν οι ειδικοί της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τις χειρότερες επιδόσεις μεταξύ των «27» θα έχουν το 2020 η Ελλάδα, η Ισπανία, η Ιταλία και η Κροατία.

Η Ελλάδα θα περάσει από ανάπτυξη 1,9% το 2019 σε πτώση του ΑΕΠ κατά 9,7% το 2020 και σε δυναμική ανάπτυξη με αύξηση του ΑΕΠ κατά 7,9% το 2021. Αν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στα τέλη του 2021 θα είμαστε από άποψη ΑΕΠ εκεί που ήμασταν στα τέλη του 2018. Θα έχουμε χάσει λόγω κορονοϊού μία τριετία ύστερα από μία δεκαετία οικονομικής και κοινωνικής κρίσης.

Για την Ισπανία προβλέπεται πτώση του ΑΕΠ κατά 9,4% το 2020, για την Ιταλία 9,3% και για την Κροατία 9,1%. Τα αρνητικά ρεκόρ σε ό,τι αφορά την ύφεση των τεσσάρων αυτών χωρών οφείλονται κατά κύριο λόγο στη μεγάλη εξάρτησή τους από τον τουρισμό, ο οποίος πλήττεται ιδιαίτερα σκληρά από την πανδημία.

 

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά

Έχει σημασία να δούμε πώς αξιολογούν οι ειδικοί της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κρίσης στην Ελλάδα.

Έχουν συνολική εικόνα των εξελίξεων στην Ε.Ε., τέλεια γνώση της ελληνικής οικονομίας, εφόσον την εποπτεύουν εδώ και χρόνια, και διάθεση να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση των προβλημάτων. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι ένας από τους θεσμούς από τους οποίους εξαρτιόμαστε για την όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματική και με μικρότερο κοινωνικό κόστος αντιμετώπιση της κρίσης.

Το πρώτο που επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι η μεγάλη εξάρτησή μας από τον τουρισμό. Τονίζει μεταξύ των άλλων: «Ενώ οι κύριες συνέπειες του “κλειδώματος” της οικονομίας αναμένεται να συγκεντρωθούν στο β΄ τρίμηνο αυτής της χρονιάς, ο μεγάλος τουριστικός τομέας της Ελλάδας θα επηρεαστεί πιθανότατα και το γ΄ τρίμηνο, εφόσον οι περιορισμοί στα ταξίδια αναμένεται να παραμείνουν και η ξένη ζήτηση για διεθνή ταξίδια μπορεί να παραμείνει περιορισμένη. Επειδή το 70% των τουριστικών εισπράξεων συγκεντρώνεται στους βασικούς μήνες του καλοκαιριού, τα εμπόδια κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου θα επηρεάσουν σε πολύ μεγάλο βαθμό τις συνολικές εξαγωγές υπηρεσιών το 2020».

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει δυσκολίες στους πιο εξωστρεφείς τομείς της ελληνικής οικονομίας: «Εξαιτίας του παγκόσμιου χαρακτήρα της κρίσης προβλέπεται ότι οι εξαγωγές θα υποστούν μεγάλες μειώσεις το 2020. Οι βασικές εξαγωγικές αγορές της Ελλάδας βρίσκονται σε χώρες που αναμένεται να πληγούν περισσότερο, γεγονός που θα οδηγήσει σε πτώση της ζήτησης για ελληνικά προϊόντα και υπηρεσίες. Οι δυσκολίες μεγεθύνονται εξαιτίας του σημαντικού ποσοστού του τουρισμού και της ναυτιλίας στις εξαγωγές».

Στην αντίληψη των ειδικών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τα πράγματα θα μπορούσαν να πάνε χειρότερα. Όπως επισημαίνουν: «Η μεγάλη έκθεση της Ελλάδας σε ταξιδιωτικούς περιορισμούς είναι μια πηγή ρίσκου για παραπέρα επιδείνωση. Εξαιτίας της μεγάλης συγκέντρωσης του τουρισμού κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, ακόμα και μια μικρή παράταση των περιορισμών πέρα από τις υποθέσεις του βασικού σεναρίου μπορεί να ενισχύσει την πτωτική τάση. Επιπλέον, η επίπτωση της κρίσης στον μεγάλο τομέα των υπηρεσιών και στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, που είναι ιδιαίτερα ευάλωτες, μπορεί να αποδειχθεί μεγαλύτερη απ’ ό,τι αναμένεται και να καθυστερήσει την ανάκαμψη».

Από την ανάλυση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προκύπτει ότι σε συνθήκες κορονοϊού ο τουρισμός, ο οποίος κράτησε την εθνική οικονομία όρθια τα τελευταία χρόνια, μετατρέπεται για ένα απροσδιόριστο διάστημα σε οικονομική και κοινωνική παγίδα, τραβώντας το ΑΕΠ προς τα κάτω και αυξάνοντας θεαματικά την ανεργία.

 

Ανεργία, έλλειμμα και δημόσιο χρέος

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει σημαντική αύξηση της ανεργίας και υπογραμμίζει: «Ενώ τα μέτρα που εφαρμόζονται από την κυβέρνηση για την προστασία της αγοράς εργασίας αναμένεται να συμβάλουν στην αποτροπή μαζικών απολύσεων και χρεοκοπιών, μπορεί να χαθούν 160.000 θέσεις εργασίας εξαιτίας της κρίσης και να αυξηθεί η ανεργία στο 20% το 2020. Η μερική ανάκαμψη του 2021 αναμένεται να έχει θετική επίδραση στην αγορά εργασίας και να ρίξει το ποσοστό ανεργίας ξανά στο 16,5%. Η καθοδική πίεση από τους μισθούς, τις τιμές της ενέργειας και τη βιομηχανική παραγωγή αναμένεται να οδηγήσει σε υποχώρηση των τιμών καταναλωτή κατά 0,6% το 2020 και σε περιορισμένη αύξηση το 2021».

Ενδιαφέρουσες είναι οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και για την πορεία των δημόσιων οικονομικών. Εκτιμά το κόστος των δημοσιονομικών μέτρων που είχαν ανακοινωθεί όταν ολοκληρώθηκε η έκθεση σε 6,9% του ΑΕΠ. Το «πακέτο» περιλαμβάνει δαπάνες για τη στήριξη της απασχόλησης και την κάλυψη των ανέργων, προσωρινές απαλλαγές από την υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών για κατηγορίες εργαζομένων που πλήττονται από την κρίση, τη λεγόμενη επιστρεπτέα προκαταβολή προς τις επιχειρήσεις, αύξηση των δαπανών για την υγεία και άλλες δαπάνες.

Με βάση τους υπολογισμούς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η κυβέρνηση έχει υιοθετήσει μέτρα ύψους 1,9% του ΑΕΠ που στόχο έχουν να βελτιώσουν τη ρευστότητα επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα. Στην έκθεση επισημαίνεται ότι η δημοσιονομική προοπτική περιπλέκεται εξαιτίας της αναμενόμενης απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας για ενδεχόμενη αναδρομική καταβολή συντάξεων, της απόφασης που εκκρεμεί για καταβολή από το Δημόσιο αποζημιώσεων εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ στην ξενοδοχειακή επιχείρηση που εκμεταλλεύεται το Λαγονήσι και του πιθανού κόστους αναδιάρθρωσης των Ελληνικών Ταχυδρομείων. Επιπλέον, δεν είναι ακόμη γνωστό το τελικό κόστος των δημοσιονομικών μέτρων που θα πάρει η κυβέρνηση.

Οι ειδικοί της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εκτιμούν ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα θα εκτιναχθεί στο 6,25% του ΑΕΠ το 2020 και θα υποχωρήσει προς το 2% του ΑΕΠ το 2021, αν δεν υπάρξουν σημαντικές αλλαγές στην πολιτική που εφαρμόζεται. Υπολογίζουν επίσης ότι το χρέος του Δημοσίου θα αυξηθεί από 176,6% του ΑΕΠ το 2019 σε 196,4% του ΑΕΠ το 2020, για να υποχωρήσει κάπως στο 182,6% του ΑΕΠ το 2021.

Η ιδιωτική κατανάλωση θα πέσει κατά 9% το 2020 και θα αυξηθεί κατά 7,5% το 2021.

Οι καταναλωτικές δαπάνες του Δημοσίου θα ακολουθήσουν αντίστροφη πορεία, εφόσον αναμένεται να αυξηθούν κατά 4,9% το 2020 και να υποχωρήσουν κατά 2,4% το 2021.

Το 2020 οι επενδύσεις θα υποχωρήσουν κατά 30%, οι εξαγωγές κατά 21,4%, οι εισαγωγές κατά 18% και το κατά κεφαλήν εισόδημα των εργαζομένων κατά 3,6%.

 

Νέα βάρη και δυσκολίες

Οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής οδηγούν σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα για τη βραχυπρόθεσμη προοπτική της ελληνικής οικονομίας.

Η ανεργία αναμένεται να ανέβει στο 20% και ίσως ακόμη ψηλότερα. Αν, όπως όλα δείχνουν, δεν υπάρξει έγκαιρος ευρωπαϊκός συντονισμός και ευρωπαϊκό πιστοποιητικό υγείας για τις αεροπορικές συγκοινωνίες και τον τουρισμό, το πλήγμα στην απασχόληση θα είναι μεγαλύτερο. Με τις παρεμβάσεις της η κυβέρνηση απέτρεψε μαζικές απολύσεις τον Μάρτιο και τον Απρίλιο. Από την άλλη πλευρά, η αναβολή της έναρξης της τουριστικής περιόδου εμπόδισε τη δημιουργία 200.000 θέσεων εποχικής απασχόλησης κατά το πρώτο δίμηνο προετοιμασίας του τουριστικού καλοκαιριού.

Ένα άλλο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε είναι το υψηλό κόστος της επιδότησης της εργασίας από την κυβέρνηση προκειμένου να μην υπάρξουν μαζικές απολύσεις. Οι δημοσιονομικές δυνατότητες της κυβέρνησης δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλες, ενώ παρατηρείται καθυστέρηση στην καταβολή των ευρωπαϊκών κονδυλίων, ιδιαίτερα για ενισχύσεις που είναι ενταγμένες στα προγράμματα ΕΣΠΑ, που θα μπορούσαν να προσφέρουν δημοσιονομική ανάσα.

Κατά την άποψή μου, η εκτίμηση της Επιτροπής για πτώση του ΑΕΠ κατά 9,7% μοιάζει κάπως αυστηρή, ενώ, αντίθετα, η πρόγνωση για ανεργία 20% μπορεί να αποδειχθεί… υπερβολικά αισιόδοξη. Το ίδιο ισχύει με την εξέλιξη του χρέους του Δημοσίου, το οποίο είναι πιθανό να ξεπεράσει το ψυχολογικό φράγμα του 200% του ΑΕΠ.

Η ελληνική οικονομία δεν θα αντιμετωπίσει δημοσιονομική αποσταθεροποίηση, όπως το 2008-2009, ενώ το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών θα έχει περίπου μηδενικό έλλειμμα. Θα βγει όμως από την κρίση του κορονοϊού περισσότερο υπερχρεωμένη, γεγονός που θα την κάνει πιο ευάλωτη στις αγορές και πιο εξαρτημένη από τους Ευρωπαίους εταίρους και πιστωτές.

Τέλος, θέλουμε δεν θέλουμε, μπαίνουμε σε περίοδο μεγαλύτερης εξάρτησης από τις δημόσιες δαπάνες, εφόσον υποχωρούν η ιδιωτική κατανάλωση, οι ιδιωτικές επενδύσεις και γενικότερα οι δυνατότητες του ιδιωτικού τομέα.

 

Η διάρκεια της κρίσης

Η ανάλυση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όπως και διεθνών οργανισμών και οίκων αξιολόγησης, εμφανίζει την οικονομία σε μεγάλη πτώση το 2020, αλλά με δυνατότητες γρήγορης ανάκαμψης το 2021.

Οι συζητήσεις που έχω με εκπροσώπους διαφόρων κλάδων της οικονομίας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η νέα κρίση μπορεί να αναδείξει τις διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας και να καθυστερήσει την ανάκαμψη. Για παράδειγμα, αυτοί που εκπροσωπούν τον κλάδο των ξενοδοχείων θεωρούν ότι πρέπει να φτάσουμε στο 2022 για να καλύψουν το χαμένο έδαφος του 2020, σε αεροπορικές συγκοινωνίες η πλήρης εξομάλυνση είναι υπόθεση τουλάχιστον τριών ετών, στην κρουαζιέρα οι περισσότεροι αναφέρονται σε πενταετία, ενώ το σοκ που θα υποστούν οι τράπεζες εξαιτίας της νέας μεγάλης αύξησης των κόκκινων δανείων και της εξαφάνισης της κερδοφορίας τους εξαιτίας μεγαλύτερων προβλέψεων στους ισολογισμούς τους θα κάνει ακόμη πιο δύσκολη την πορεία τους τα επόμενα χρόνια. Η αναγκαστική αύξηση των προβλέψεων στους ισολογισμούς τους για τα δάνεια που δεν εξυπηρετούνται εξαφανίζει, μεταξύ των άλλων, την κερδοφορία τους και τα πλεονεκτήματα που τους προσφέρει ο λεγόμενος αναβαλλόμενος φόρος σε ό,τι αφορά τα ίδια κεφάλαιά τους.

Την άποψη για δομική κρίση που μπορεί να έχει μεγαλύτερη διάρκεια ενισχύει η ανάλυση που κάνει το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ). Κατά το ΙΟΒΕ, η κρίση έχει εκτός από συγκυριακά και δομικά χαρακτηριστικά. Γι’ αυτό ορισμένες από τις επιπτώσεις της θα πάνε σε βάθος χρόνου σε διάφορους τομείς της οικονομίας.

Αυτή η αίσθηση ότι θα δοκιμαστούμε σε βάθος χρόνου περνάει πολύ γρήγορα στους καταναλωτές, επηρεάζοντας τη συμπεριφορά τους. Τον Φεβρουάριο ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης στην Ελλάδα ήταν στο υψηλότερο σημείο της εικοσαετίας και χρειάστηκαν μόνο δύο μήνες κρίσης κορονοϊού για να πέσει σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. Με βάση την έρευνα του ΙΟΒΕ, 63% των νοικοκυριών αναμένουν επιδείνωση της οικονομικής τους κατάστασης το επόμενο δωδεκάμηνο, 77% των πολιτών προβλέπουν επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας το προσεχές δωδεκάμηνο και 84% προβλέπουν σημαντική αύξηση της ανεργίας.

Η συγκυρία συνδυάζεται με τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας για να δημιουργήσει μια ιδιαίτερα αρνητική προοπτική στην αντίληψη της ευρύτερης κοινής γνώμης.

Θεωρώ ότι η ελληνική οικονομία κινδυνεύει και από μια ευρύτερη αλλαγή στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας που πιθανότατα θα επιταχυνθεί εξαιτίας της κρίσης του κορονοϊού. Σε μια ενδιαφέρουσα ανάλυση που δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο της «Le Figaro» τη Δευτέρα 4 Μαΐου αναφέρονται τα εξής σε σχέση με αυτά που συμβαίνουν στη Νότια Ευρώπη: «Αν η Ευρώπη συνεχίσει την πορεία της χωρίς να αναθεωρήσει το οικονομικό μοντέλο μεταφοράς της βιομηχανίας της στην Ασία, ασύμμετρων εμπορικών ανοιγμάτων και χρηματοδότησης της κατανάλωσής της με πιστώσεις που προέρχονται από την κινεζική αποταμίευση, ο Ευρωπαίος του 2030, ιδιαίτερα αυτός του Νότου, θα εργάζεται με χαμηλό κόστος για έναν κινεζικό όμιλο, θα παρακολουθείται από κινεζική τεχνολογία και αμερικανικά συστήματα, θα καταναλώνει ακόμη περισσότερη αμερικανική υποκουλτούρα, θα πρέπει να πληρώσει για να έχει πρόσβαση στην περίθαλψη […]».

Στη βάση αυτής της ανάλυσης, η κρίση του κορονοϊού είναι για το σύνολο της Ε.Ε. και ιδιαίτερα του λεγόμενου Νότου, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας, ό,τι ήταν η προηγούμενη κρίση για την Ελλάδα, με βασική συνέπεια την υποβάθμιση της διεθνούς οικονομικής της θέσης.

 

Οι εκτιμήσεις της κυβέρνησης

Παρά την αυστηρότητα στην αξιολόγηση της κατάστασης και της προοπτικής της ελληνικής οικονομίας που δείχνουν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το ΙΟΒΕ, το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης έχει μια πιο αισιόδοξη προσέγγιση.

Το Πρόγραμμα Σταθερότητας 2020-2021 που υπέβαλε το υπουργείο Οικονομικών στις Βρυξέλλες στηρίζεται σε δύο σενάρια: το βασικό σενάριο, που προβλέπει μείωση του ΑΕΠ κατά 4,7% το 2020, και το λεγόμενο «δυσμενές» σενάριο, που προβλέπει μείωση του ΑΕΠ κατά 7,9% το 2020.

Το δυσμενές σενάριο της κυβέρνησης είναι πολύ καλύτερο από τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ακόμη καλύτερο σε σχέση με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, του ΟΟΣΑ και των περισσότερων διεθνών τραπεζών και οίκων αξιολόγησης.

Θεωρώ ότι είναι υποχρέωση της κάθε κυβέρνησης να προσπαθεί για το καλύτερο και να επιδιώκει να αποτρέψει την ψυχολογική κατάρρευση που μπορεί να φέρει η υιοθέτηση εξαιρετικά αρνητικών σεναρίων. Όλοι αναγνωρίζουμε τον ρόλο της ψυχολογίας στην οικονομία, γι’ αυτό καλά κάνει το οικονομικό επιτελείο και προσπαθεί να περάσει το μήνυμα ότι η πτώση του 2020 θα είναι ελεγχόμενη.

Προκαλεί, πάντως, εντύπωση το γεγονός ότι η κυβέρνηση αρνείται να δεχτεί την ορθότητα των εκτιμήσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σε αντίθεση με τον κυβερνητικό συνασπισμό Σοσιαλιστών και Podemos στην Ισπανία, που κάνει την ίδια περίπου ανάλυση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την πτώση της οικονομίας το 2020. Πτώση του ΑΕΠ για την Ισπανία κατά 9,4% προβλέπει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, πτώση κατά 9,2% προβλέπει η κυβέρνηση της Ισπανίας.

Η περιορισμένη απαισιοδοξία της ελληνικής κυβέρνησης, σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το ΙΟΒΕ, στηρίζεται κατά κύριο λόγο στην εκτίμηση ότι θα επιτευχθεί κάπως πιο γρήγορα η επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας και πως θα υπάρξει μεγαλύτερη υποστήριξη σε ό,τι αφορά τη ρευστότητα και τη δανειοδότηση των επιχειρήσεων.

Η στήριξη των επιχειρήσεων είναι βέβαια υπόθεση της ελληνικής κυβέρνησης με βάση τις δημοσιονομικές μας δυνατότητες και το υπό δημιουργία ευρωπαϊκό πλαίσιο. Η επανεκκίνηση, όμως, της ελληνικής οικονομίας εξαρτάται κι από άλλους παράγοντες. Είναι χαρακτηριστικό ότι η κυβέρνηση θέλει να ανοίξουν τα ξενοδοχεία δωδεκάμηνης λειτουργίας την 1η Ιουνίου, ενώ με βάση όσα ισχύουν στην Ε.Ε. αποκλείεται να έρθουν αεροπορικώς Ευρωπαίοι τουρίστες στην Ελλάδα πριν από την 1η Ιουλίου.

Υπάρχουν κι άλλοι αστάθμητοι παράγοντες που δεν επιτρέπουν ακριβή εκτίμηση της προοπτικής της ελληνικής οικονομίας. Δεν γνωρίζουμε την πορεία των δημοσίων εσόδων, από την οποία εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, η δυνατότητα της κυβέρνησης να στηρίζει με συγκεκριμένα μέτρα τις επιχειρήσεις, τους εργαζόμενους και την οικονομία.

Τον Απρίλιο είχαμε πτώση των φορολογικών εσόδων κατά 35% σε σχέση με τον προγραμματισμό, η οποία είναι ιδιαίτερα σοβαρή αλλά όχι καταδικαστική. Η πτώση των φορολογικών εσόδων συγκρατήθηκε με τη βοήθεια ορισμένων κινήτρων που έδωσε η κυβέρνηση και τη μεγαλύτερη χρήση ηλεκτρονικών συναλλαγών, εφόσον οι κάρτες θεωρούνται ασφαλέστερες σε ό,τι αφορά τον κορονοϊό από τα νομίσματα και τα χαρτονομίσματα.

Πολλά επίσης θα εξαρτηθούν από τη συνολική επίδοση της Ευρωζώνης και τις τελικές αποφάσεις για τη στήριξη των οικονομιών σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

 

Πολιτική διαμάχη

Οι διαφορές στις εκτιμήσεις για την πορεία της ελληνικής οικονομίας τροφοδότησαν την αντιπαράθεση κυβέρνησης-ΣΥΡΙΖΑ και κυβέρνησης με τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Μετά την επιτυχημένη διαχείριση της κρίσης του Έβρου και της υγειονομικής κρίσης που προκάλεσε ο κορονοϊός από τον Μητσοτάκη και την κυβέρνηση, έχουν πιεστεί σημαντικά τα δημοσκοπικά ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ. Η ηγεσία του προσπαθεί να καλύψει το χαμένο πολιτικό έδαφος αξιοποιώντας την επισημοποίηση των αρνητικών εκτιμήσεων για την κατάσταση και την προοπτική της ελληνικής οικονομίας.

Καταφεύγει όμως σε υπερβολές, που, απ’ ό,τι φαίνεται, θα μειώσουν την αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητά της. Αναφέρεται συνεχώς σε ρεκόρ ύφεσης στην Ελλάδα, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάνει την ίδια αξιολόγηση για την Ιταλία και την Ισπανία, που έχουν κι αυτές μεγάλη εξάρτηση από τον τουρισμό. Ο κ. Τσίπρας μάλιστα θεωρεί, με βάση τον δημόσιο λόγο του, ότι η ύφεση έχει υπογραφή Μητσοτάκη, επειδή υποτίθεται ότι ο τελευταίος δεν αντιδρά στη δύσκολη κατάσταση που αντιμετωπίζουμε και δεν παίρνει τα αναγκαία μέτρα.

Από την πλευρά του, το επικοινωνιακό επιτελείο της κυβέρνησης εμφανίζεται πιο αισιόδοξο και από το οικονομικό επιτελείο. Δημιουργεί άθελά του μεγάλη απόσταση μεταξύ της θεωρίας που αναπτύσσει με τον δημόσιο λόγο του και της σκληρής οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας που αντιμετωπίζουν οι πολίτες. Πρόκειται για σοβαρό επικοινωνιακό και πολιτικό λάθος, το οποίο, αν συνεχιστεί, θα περιορίσει την αξιοπιστία της κυβέρνησης και θα σταθεί εμπόδιο στην αναγκαία συσπείρωση μπροστά στον κίνδυνο της ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης της οικονομικής κρίσης.

 

Ο κίνδυνος του ντόμινο

Η προσπάθεια να προσδιοριστεί με ακρίβεια η πτώση του ΑΕΠ το 2020 εμποδίζεται από τη μεγάλη ρευστότητα που επικρατεί. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι έχουμε μπροστά μας ένα μεγάλο οικονομικό και κοινωνικό σοκ.

Εξαιτίας της πανδημίας θα πρέπει να περιμένουμε τουλάχιστον μέχρι το 2032 για να δούμε αν θα μπορέσουμε να επιστρέψουμε με θυσίες και σκληρή δουλειά στο επίπεδο του… 2008.

Η πορεία σε τόσο ακραίες συνθήκες δεν μπορεί να προβλεφθεί. Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος του ντόμινο, με την έννοια ότι θα ξεπεραστούν κάποια όρια οικονομικής ή κοινωνικής αντοχής, με αποτέλεσμα να προκληθεί αλυσιδωτή αντίδραση που θα είναι δύσκολο να ελεγχθεί.

Μπαίνουμε στη νέα κρίση χωρίς να έχει λυθεί το πρόβλημα του υπέρογκου ιδιωτικού χρέους που δημιούργησε η προηγούμενη και χωρίς να έχουμε ένα ισχυρό και αξιόπιστο τραπεζικό σύστημα, εφόσον υποφέρει ακόμη από τις συνέπειες του «πειράματος» του 2015.

Αν τελικά υπάρξει πτώση του ΑΕΠ κατά 10 μονάδες χωρίς να είναι η ανάκαμψη του 2021 όσο δυναμική θα θέλαμε, θα ανοίξει ένας νέος γύρος λιτότητας και κοινωνικών αντιδράσεων χωρίς να χρειαστεί οποιοδήποτε μνημόνιο. Απλούστατα, δεν θα μπορέσουμε να χρηματοδοτήσουμε το σημερινό επίπεδο συντάξεων και μισθών των δημοσίων υπαλλήλων με ανεργία της τάξης του 20% και τις αμοιβές στον ιδιωτικό τομέα να έχουν πέσει ακόμη πιο χαμηλά.

Επομένως, δεν πρέπει να μας απασχολούν τόσο οι πιθανές αυξομειώσεις του ΑΕΠ, αλλά η ποιότητα της διαχείρισης της κρίσης και η αποφυγή ενός ντόμινο αρνητικών οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων.