Δώδεκα δύσκολοι μήνες μέχρι την έναρξη της ανάκαμψης - Free Sunday

Free Sunday skin left

Free Sunday skin left

Δώδεκα δύσκολοι μήνες μέχρι την έναρξη της ανάκαμψης
Καθοριστικής σημασίας ξανά το ασφαλιστικό και η φαρμακευτική δαπάνη.

Δώδεκα δύσκολοι μήνες μέχρι την έναρξη της ανάκαμψης

Ο κορονοϊός ανέτρεψε τον οικονομικό σχεδιασμό της κυβέρνησης, ταυτόχρονα όμως πρόσφερε μια μεγάλη ευρωπαϊκή αναπτυξιακή ευκαιρία στην ελληνική οικονομία.

Από το 2021 θα αρχίσει, εκτός απροόπτου, η δυναμική ανάκαμψη της οικονομίας. Υπάρχει όμως το κρίσιμο ερώτημα σε ποια ακριβώς κατάσταση θα είναι η οικονομία και η κοινωνία όταν αρχίσουν οι θετικές εξελίξεις.

Η ζημιά που πρόκειται να πάθουμε το 2020 δεν είναι μόνο συγκυριακή αλλά και διαρθρωτική, γιατί σχετίζεται με παραδοσιακές αδυναμίες μας. Επίσης, δεν είναι μόνο οικονομική αλλά και κοινωνική, εφόσον η μεγάλη οικονομική πτώση θα έχει τονισμένη την κοινωνική διάσταση.

Έχει τεράστια σημασία σε ποια κατάσταση θα μας βρει το ξεκίνημα της ανάκαμψης. Αν περιορίσουμε τη ζημιά, θα μπορέσουμε στη συνέχεια να αξιοποιήσουμε όλες τις δυνατότητες που μας προσφέρονται. Αν όμως χάσουμε τον έλεγχο της κατάστασης και δημιουργηθούν νέες εκκρεμότητες και «μαύρες τρύπες», τότε θα γίνουν πιο δύσκολες οι σχέσεις μας με τους Ευρωπαίους εταίρους και είναι πολύ πιθανό να περιοριστούμε στη γνωστή τρέχουσα διαχείριση χωρίς αξιόλογη οικονομική στρατηγική.

Το σημείο εκκίνησης

Η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας θα αποκτήσει δυναμική, αν όλα πάνε καλά, το β΄ εξάμηνο του 2021.

Στα τέλη Ιουνίου - αρχές Ιουλίου 2021 ο ελληνικός τουρισμός θα επιστρέφει σε αρκετά καλές επιδόσεις, ενώ θα έρχονται και οι πρώτες σημαντικές χρηματοδοτήσεις στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης.

Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης θα αρχίσει τη λειτουργία του στις αρχές του 2021. Θα χρειαστεί όμως κάποιος χρόνος για να υποβληθούν οι ελληνικές προτάσεις και να αρχίσει η εκταμίευση των κονδυλίων. Η κυβέρνηση δεν είναι ικανοποιημένη από τον ρυθμό εκταμίευσης των ευρωπαϊκών κονδυλίων σε αυτή τη φάση και, όπως τονίζουν οι αρμόδιοι, δεν έχουμε πάρει ακόμα ούτε ένα ευρώ στα πλαίσια των ευρωπαϊκών προγραμμάτων για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Ακόμη και στο πλαίσιο του προγράμματος SURE, πρόγραμμα το οποίο έχει κατεπείγοντα χαρακτήρα για την άμεση στήριξη της απασχόλησης, η εκταμίευση υπολογίζεται ότι θα πραγματοποιηθεί τον Ιούλιο.

Το «πακέτο» που έχει εξασφαλίσει η κυβέρνηση θεωρείται ένα νέο ΕΣΠΑ και συμπεριλαμβάνει 22,5 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και 9,4 δισ. ευρώ σε δάνεια.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φάνηκε ιδιαίτερα γενναιόδωρη έναντι της Ελλάδας, εμπλουτίζοντας την πολύ καλή γαλλογερμανική πρόταση. Ξεκινά τους υπολογισμούς της για το ύψος της οικονομικής υποστήριξης από τη διαπίστωση ότι είμαστε η χώρα με τα μεγαλύτερα διαρθρωτικά προβλήματα στην οικονομία της, η οποία θα πληγεί περισσότερο από την πανδημία.

Με βάση τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, θα έχουμε κατά τη διάρκεια της τετραετίας 2021-2024: ετήσια αύξηση του ΑΕΠ 2,1% έως 4,2%, ετήσια αύξηση της απασχόλησης κατά 0,7% έως 2% και των πραγματικών μισθών κατά 0,2% έως 1,8%.

Προβλέπεται επίσης ότι θα υπάρξει αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων με ετήσιο ρυθμό 1,9% έως 3% και «έκρηξη» των δημοσίων επενδύσεων κατά 42,8% έως 70,3% ετησίως. Θα υπάρξει επίσης μείωση του δημόσιου χρέους κατά 1,9% έως 5,4% ετησίως.

Η περιγραφή των στόχων προκαλεί δικαιολογημένο προβληματισμό για τη δυνατότητά μας να ανταποκριθούμε. Δυσκολευόμαστε να πιάσουμε στόχους για την απορρόφηση επενδυτικών κονδυλίων της τάξης των 3 δισ. ευρώ ετησίως και θα πρέπει να βρούμε την αναγκαία συγχρηματοδότηση και κυρίως τις καλές προτάσεις που θα οδηγήσουν στην επενδυτική «έκρηξη». Διαφορετικά, η νέα ευρωπαϊκή ευκαιρία που μας προσφέρεται θα αρχίσει σε λίγο να θυμίζει Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα, πακέτο Ντελόρ, πακέτο Σαντέρ, σχέδιο Γιούνκερ και ΕΣΠΑ.

Προς το παρόν, πρέπει να οργανώσουμε την οικονομική και κοινωνική άμυνα για το επόμενο δωδεκάμηνο, μέχρις ότου αποκτήσει δυναμική η ανάκαμψη. Υπάρχει μια χρονική διαφοροποίηση σε ό,τι αφορά την ελληνική οικονομία το 2020 εξαιτίας της μεγάλης εξάρτησής μας από τον τουρισμό. Θα βυθιστούμε πιο βαθιά στην ύφεση το γ΄ τρίμηνο του έτους, το οποίο περιλαμβάνει τους τουριστικούς Ιούλιο και Αύγουστο, ενώ οι περισσότερες οικονομίες της Ευρωζώνης θα περιορίζουν τα φαινόμενα ύφεσης λόγω της ανάκαμψης στη βιομηχανία και της μικρότερης εξάρτησής τους από τουρισμό και υπηρεσίες.

Το βάθεμα της ύφεσης θα μετατραπεί σε μεγάλες κοινωνικές δυσκολίες το γ΄ και δ΄ τρίμηνο του 2020, καθώς και το α΄ τρίμηνο του 2021, εφόσον θα λείψουν τα εισοδήματα του τουρισμού και των κλάδων που συνδέονται με αυτόν.

Το έλλειμμα και το χρέος

Εξαιτίας του κορονοϊού επιστρέφουμε σε μια περίοδο κατά την οποία αποκτούν τεράστια σημασία τα στοιχεία που έχουν σχέση με το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος. Η Ελλάδα επιστρέφει σε μια περίοδο δημοσιονομικών ελλειμμάτων που μπορούν να συμβάλουν στην παραπέρα υπερχρέωσή της.

Το υπουργείο Οικονομικών εκτιμά, στο πρόγραμμα που υπέβαλε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ότι το 2020 θα έχουμε πρωτογενές έλλειμμα της τάξης του 1,9% και στη συνέχεια πρωτογενές πλεόνασμα 2,5% του ΑΕΠ το 2021.

Από την πλευρά του, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) προβλέπει πρωτογενές έλλειμμα 5,1% του ΑΕΠ το 2020 και πρωτογενές έλλειμμα 4,4% το 2021. Σχετικά αισιόδοξη εμφανίζεται η Τράπεζα της Ελλάδος, με εκτιμήσεις αρκετά κοντά σε εκείνες του οικονομικού επιτελείου.

Σε αυτή τη φάση είναι πολύ δύσκολο να γίνει ακριβής πρόβλεψη για την εξέλιξη του ελλείμματος, γιατί δεν γνωρίζουμε την πτώση του ΑΕΠ, που προσδιορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις τουριστικές επιδόσεις.

Το τετράμηνο Ιανουαρίου-Απριλίου παρατηρήθηκε υστέρηση στα δημόσια έσοδα 1,35 δισ. ευρώ, ενώ είχαμε πρωτογενές έλλειμμα 1,5 δισ. ευρώ έναντι στόχου για πλεόνασμα 783 εκατ. ευρώ. Έχουν αρχίσει να εμφανίζονται μεγάλες αποκλίσεις, οι οποίες θα πρέπει να ελεγχθούν. Το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης διεκδικεί ήδη την απαλλαγή μας από την υποχρέωση να επιτύχουμε πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2021 και το 2022. Πρόκειται για έναν ρεαλιστικό στόχο, η επίτευξη του οποίου όμως δεν λύνει το δημοσιονομικό πρόβλημα, που είναι και θα παραμείνει οξύτατο.

Η επιστροφή λόγω κορονοϊού σε περίοδο δημοσιονομικών ελλειμμάτων οδηγεί σε νέα αύξηση του δημόσιου χρέους. Με βάση τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης ύψους 1,5% του ΑΕΠ το 2019 θα μετατραπεί σε έλλειμμα 6,4% του ΑΕΠ το 2020, για να περιοριστεί σε έλλειμμα 2,1% του ΑΕΠ το 2021. Αντίστοιχα, το δημόσιο χρέος θα αυξηθεί από 176,6% του ΑΕΠ το 2019 σε 196,4% του ΑΕΠ το 2020, για να αρχίσει να υποχωρεί το 2021, οπότε θα διαμορφωθεί στο 183% του ΑΕΠ.

Πολλοί θεωρούν ότι το δημόσιο χρέος θα ξεπεράσει το 200% του ΑΕΠ εξαιτίας των συνεπειών της κρίσης του κορονοϊού. Με βάση τις εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, η διεθνής οικονομία περνάει σε νέα φάση υπερχρέωσης εξαιτίας της πανδημίας.

Μετά την κρίση του 2008-2009 το δημόσιο χρέος των χωρών-μελών του ΟΟΣΑ αυξήθηκε κατά 28 μονάδες του ΑΕΠ, για να φτάσει στα 17 τρισ. δολάρια. Κατά τη διάρκεια της προηγούμενης κρίσης της Ευρωζώνης είχε επικρατήσει η άποψη ότι δημόσιο χρέος που ξεπερνάει το 90% του ΑΕΠ δεν είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμο. Στις χώρες του ΟΟΣΑ το δημόσιο χρέος σήμερα αναλογεί στο 109% του ΑΕΠ και ετοιμάζεται να κάνει ένα άλμα προς το 137% του ΑΕΠ εξαιτίας ενός συνδυασμού μείωσης των φορολογικών εσόδων και αύξησης των δημοσίων δαπανών για τη στήριξη της οικονομίας.

Η επόμενη μέρα, λοιπόν, θα μας βρει με ένα δημόσιο χρέος που μπορεί να είναι της τάξης του 200% του ΑΕΠ, ενώ η συνολική εικόνα του ΟΟΣΑ θα παραπέμπει σε εξαιρετικά υψηλό δημόσιο χρέος, επιπέδου της Ιταλίας (135% του ΑΕΠ) πριν από την κρίση του κορονοϊού.

Η Ελλάδα σήμερα επωφελείται από την ενισχυμένη αξιοπιστία της και την πολιτική ποσοτικής χαλάρωσης που ακολουθεί ξανά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), με αποτέλεσμα να διατηρούνται τα επιτόκια δανεισμού σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. Με το επιτόκιο στο δεκαετές ομόλογο του ελληνικού Δημοσίου να είναι της τάξης του 1,5% και να προγραμματίζεται νέα έξοδος με ικανοποιητικούς όρους του ελληνικού Δημοσίου στις αγορές στο άμεσο μέλλον, έχουμε μια εικόνα σταθερότητας και αξιοπιστίας, την οποία πρέπει να διαφυλάξουμε.

Ο νέος γύρος υπερχρέωσης σε επίπεδο Ευρωζώνης, αλλά και ΟΟΣΑ, μπορεί να οδηγήσει στο μέλλον σε συνολικές λύσεις στα μέτρα μας, αλλά και σε μια περίοδο λιγότερο ευνοϊκών επιτοκίων.

Η μαύρη τρύπα του ασφαλιστικού

Το οικονομικό μας μέλλον θα κριθεί, σε μεγάλο βαθμό, από την εξέλιξη των οικονομικών της κοινωνικής ασφάλισης. Προς το παρόν, η κυβερνητική πολιτική εξυπηρετεί αλληλοσυγκρουόμενους στόχους, χωρίς να υπάρχει ολοκληρωμένο σχέδιο για τον έλεγχο της κατάστασης.

Οι οικονομικές συνέπειες της πανδημίας επηρεάζουν άμεσα το ασφαλιστικό έλλειμμα. Εκτιμάται ότι για κάθε μήνα μερικού ή συνολικού lockdown της οικονομίας το ασφαλιστικό έλλειμμα διευρύνεται κατά 300 έως 400 εκατ. ευρώ. Ήδη και η ετήσια απόκλιση από τους στόχους σε ό,τι αφορά τη διαχείριση του Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) είναι της τάξης των 2 δισ. ευρώ.

Η προβλεπόμενη αύξηση της ανεργίας, η επικράτηση ελαστικών μορφών απασχόλησης, η πτωτική τάση μισθών και εισοδημάτων, αφαιρούν σημαντικούς πόρους από την κοινωνική ασφάλιση.

Ταυτόχρονα, δημιουργούνται νέες υποχρεώσεις, καθώς η κυβέρνηση εφαρμόζει δικαστικές αποφάσεις για αύξηση επικουρικών συντάξεων που είχαν περικοπεί βάσει του νόμου Κατρούγκαλου με ετήσιο κόστος άνω των 300 εκατ. ευρώ. Από την 1η Ιουνίου ξεκίνησε η προγραμματισμένη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, η οποία στην αρχική της φάση θα έχει ετήσιο κόστος 130 εκατ. ευρώ. Στη συνέχεια το κόστος αυτό θα υπερδεκαπλασιαστεί, για να περιοριστούν τα ασφαλιστικά βάρη εργαζομένων και επιχειρήσεων. Την κατάσταση περιπλέκει η γνωστή ουρά 250.000-300.000 κάθε είδους συντάξεων αλλά και εφάπαξ, η απόδοση των οποίων καθυστερεί απαράδεκτα. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πολυδιαφημισμένη ψηφιακή σύνταξη θα αφορά τις νέες συντάξεις και όχι τις παλαιές, που βρίσκονται σε μεγάλη καθυστέρηση.

Ένα άλλο πρόβλημα για το ασφαλιστικό σύστημα είναι τα πολυτελή προγράμματα εθελουσίας εξόδου που βρίσκονται σε εξέλιξη από τις τράπεζες μέχρι τη ΔΕΗ και δημιουργούν νέες μεγάλες επιβαρύνσεις σε ένα σύστημα του οποίου η αντοχή δοκιμάζεται. Για παράδειγμα, το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου που αφορά 800 έως 1.000 εργαζόμενους στη ΔΕΗ προβλέπει πλήρη συνταξιοδοτικά δικαιώματα από τα 55 χρόνια και ένα μπόνους 20.000 ευρώ επιπλέον των προβλεπομένων.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, για τον Μάρτιο του 2020, οι συνταξιούχοι ανέρχονται στη χώρα μας γύρω στα 2,5 εκατομμύρια και η μηναία δαπάνη για τις συντάξεις ήταν στα 2,24 δισ. ευρώ.

Η μέση κύρια σύνταξη κυμάνθηκε γύρω στα 724 ευρώ και η μέση επικουρική γύρω στα 172 ευρώ.

Το ασφαλιστικό έχει τεράστια σημασία, γιατί ασκεί φοβερή δημοσιονομική αλλά και πολιτική πίεση στην κυβέρνηση, δοκιμάζει τις σχέσεις μας με τους Ευρωπαίους εταίρους και πιστωτές –οι οποίοι θεωρούν ότι η ασφαλιστική μεταρρύθμιση μπορούσε να είχε προχωρήσει περισσότερο– και στέκεται εμπόδιο στην προσέλκυση επενδύσεων, γιατί συμβάλλει στη διατήρηση του μη μισθολογικού κόστους των επιχειρήσεων σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα.

Από το ξεκίνημα της πανδημίας διατύπωσα την άποψη ότι οι συνέπειες θα είναι εξαιρετικά σημαντικές για το ασφαλιστικό μας σύστημα και πως μεσομακροπρόθεσμα θα δημιουργηθούν πιέσεις για νέα μείωση των συντάξεων, κάτι το οποίο θεωρείται πολιτικά και κοινωνικά αδιανόητο για την κυβέρνηση.

Στη διεύρυνση του ασφαλιστικού ελλείμματος έρχεται να προστεθεί μια ολοένα μεγαλύτερη υπέρβαση της φαρμακευτικής δαπάνης. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ), η υπέρβαση της δαπάνης του ΕΟΠΥΥ, που θα οδηγήσει στο πολυσυζητημένο clawback, θα ξεπεράσει το 2020 το 1 δισ. ευρώ, ενώ το 2019 ήταν ήδη 800 εκατ. ευρώ.

Ανεξάρτητα από την ακρίβεια των υπολογισμών του ΣΦΕΕ, είναι φανερό ότι επιστρέφει στο προσκήνιο το δίδυμο των ελλειμμάτων που έχει σχέση με το ασφαλιστικό σύστημα και τη φαρμακευτική δαπάνη.

Το οικονομικό επιτελείο θεωρεί ότι μπορεί να καλύψει για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα τις νέες διαχειριστικές τρύπες με τους κατάλληλους χειρισμούς και τον απαραίτητο πρόσθετο δανεισμό. Οι εκτιμήσεις του μοιάζουν κατ’ αρχήν σωστές, αλλά η δημιουργία πρόσθετων ελλειμμάτων και δανειακών βαρών μπορεί να περιορίσει αρνητικά τη σχέση μας με τους Ευρωπαίους εταίρους και πιστωτές και το επίπεδο διαχείρισης του «πακέτου» στο οποίο στηρίζεται η δυναμική ανάκαμψη την περίοδο 2021-2024.

Αποκλίσεις της τάξης των 3 δισ. ευρώ ή και περισσότερο σε ετήσια βάση αθροίζονται σε τεράστια ποσά, που μπορεί να μετατρέψουν ένα εξαιρετικά φιλόδοξο επενδυτικό πρόγραμμα σε τρέχουσα διαχείριση κάλυψης ελλειμμάτων και αναγκών.

Δαπανηρές εκκρεμότητες

Για να φτάσουμε χωρίς περιττές αναταράξεις στην περίοδο της δυναμικής ανάκαμψης της οικονομίας, η κυβέρνηση πρέπει να διαχειριστεί σημαντικές εκκρεμότητες που δημιουργήθηκαν κατά το παρελθόν.

Η εξυγίανση της ΔΕΗ, με το άμεσο και το έμμεσο κόστος, είναι μία από αυτές. Το θέμα της ουσιαστικά χρεοκοπημένης ΛΑΡΚΟ είναι στις προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία διεκδικεί επιστροφή κρατικών ενισχύσεων ή την επιβολή προστίμων από το Δικαστήριο της Ε.Ε. σε βάρος του ελληνικού Δημοσίου. Η ΛΑΡΚΟ οδηγήθηκε σε αδιέξοδο σε βάθος χρόνου και με ευθύνη όλων των κυβερνήσεων. Οι συνολικές ληξιπρόθεσμες οφειλές της είναι της τάξης των 700 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 460 εκατ. ευρώ στη ΔΕΗ. Ανάλογες καταστάσεις έχουν δημιουργηθεί στην ΕΑΒ, στην Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης (ΕΒΖ) και σε άλλες επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα της οικονομίας.

Χρειάζεται μεγάλη μαεστρία από τους κυβερνητικούς αρμόδιους για να κλείσουν αυτές οι εκκρεμότητες χωρίς να ξεφύγει από τον έλεγχο το κοινωνικό και το πολιτικό κόστος και χωρίς να δημιουργηθεί η εντύπωση στους Ευρωπαίους εταίρους ότι η κυβέρνηση εγκαταλείπει τις μεταρρυθμιστικές της προσπάθειες.

Νέο αύξηση ιδιωτικού χρέους

Την περασμένη τετραετία έγιναν σοβαρές προσπάθειες για τη ρύθμιση του χρέους του ελληνικού Δημοσίου. Δεν υπήρξε όμως καμία σοβαρή πρωτοβουλία για την αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους, το οποίο είχε αυξηθεί υπέρμετρα εξαιτίας των συνεπειών της κρίσης του 2008-2009.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη παρέλαβε ένα τεράστιο πρόβλημα σε ό,τι αφορά το ιδιωτικό χρέος και προτού εφαρμόσει διάφορα μέτρα για τον περιορισμό και τον διακανονισμό του βρίσκεται αντιμέτωπη με την προοπτική νέας αύξησής του εξαιτίας του κορονοϊού.

Το οικονομικό επιτελείο σχεδιάζει περισσότερες δόσεις σε ό,τι αφορά τη ρύθμιση των φορολογικών εκκρεμοτήτων, επειδή από τον Σεπτέμβριο επιχειρήσεις και νοικοκυριά θα πρέπει να αρχίσουν να καταβάλλουν τους φόρους, η καταβολή των οποίων αναβλήθηκε στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της κρίσης.

Παρατηρείται ήδη σημαντική αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς την εφορία, αλλά και προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Η πανδημία ανέκοψε την καλή πορεία των εσόδων από τη ρύθμιση που φτάνει μέχρι τις 120 δόσεις και τα σχετικά έσοδα του Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (ΚΕΑΟ) έχουν ήδη μειωθεί κατά 50%.

Η πανδημία δημιουργεί τις προϋποθέσεις και για νέα αύξηση των κόκκινων δανείων των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των μικρομεσαίων και των πολύ μικρών, όπως και των νοικοκυριών. Η αύξηση των κόκκινων δανείων έρχεται σε μια δύσκολη περίοδο για το τραπεζικό σύστημα, το οποίο δεν έχει συνέλθει ακόμη από την κρίση του 2015. Η Τράπεζα της Ελλάδος θεωρεί ότι το τραπεζικό σύστημα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει, με τις δικές του δυνάμεις και τις προγραμματισμένες τιτλοποιήσεις ληξιπρόθεσμων οφειλών, τη νέα κατάσταση που διαμορφώνεται. Γι’ αυτό προωθεί σε επίπεδο ΕΚΤ τη δημιουργία μιας bad bank που θα βελτιώσει τους ισολογισμούς των τραπεζών και θα τους επιτρέψει να χρηματοδοτήσουν επαρκώς την οικονομία.

Από δω και πέρα το πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία για την πορεία της οικονομίας και από το πρόβλημα του δημόσιου χρέους.

Χωρίς επαρκή χρηματοδότηση και χωρίς προοπτική άμεσης αύξησης των επενδύσεων, η ανάκαμψη θα ξεκινήσει το 2021 από χαμηλά επίπεδα. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, το επενδυτικό έλλειμμα της Ελλάδας ήταν προ πανδημίας της τάξης των 100 δισ. ευρώ σε βάθος τετραετίας. Υπολογίζεται ότι εξαιτίας του κορονοϊού θα χαθούν ή θα αναβληθούν επενδύσεις 10 έως 15 δισ. ευρώ.

Η κυβέρνηση και προσωπικά ο πρωθυπουργός κάνουν ό,τι μπορούν για να περιορίσουν τις νέες απώλειες σε ό,τι αφορά τις επενδύσεις, είναι φανερό όμως ότι η μεγάλη ύφεση στην Ευρωζώνη και η αβεβαιότητα που δημιουργεί η πανδημία σε παγκόσμιο επίπεδο κάνουν ακόμη πιο δύσκολη την προσέλκυση των αναγκαίων επενδύσεων. Σωστή κίνηση, η οποία προετοιμάζει θετικές εξελίξεις, είναι η απόφαση της κυβέρνησης να τροποποιήσει τον προϋπολογισμό του 2020, για να αυξηθεί το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων. Τα ευρωπαϊκά κονδύλια και οι δημόσιες επενδύσεις θα πρωταγωνιστήσουν στην ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας την περίοδο 2021-2024.

Το στοίχημα της εξωστρέφειας

Ο περιορισμός της πτώσης του ΑΕΠ το 2020 περνάει υποχρεωτικά από τη διατήρηση και στο μέτρο του δυνατού την ενίσχυση της εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας.

Το α΄ τρίμηνο του 2020 οι εξαγωγές, με βάση τα στοιχεία του Κέντρου Εξαγωγικών Ερευνών και Μελετών (ΚΕΕΜ), είχαν καλές επιδόσεις.

Μειώθηκαν κατά 25 εκατ. ευρώ ή κατά 0,3% σε 7,98 δισ. ευρώ. Χωρίς τα πετρελαιοειδή, αυξήθηκαν κατά 277,6 εκατ. ευρώ ή κατά 4,9% σε 5,94 δισ. ευρώ. Οι εξαγωγές προς την Ευρωζώνη αυξήθηκαν 9,1% το α΄ τρίμηνο, οι εξαγωγές προς το σύνολο της Ε.Ε. κατά 10,3% και οι εξαγωγές προς τις χώρες του ΟΟΣΑ κατά 7,6%. Αντίθετα, οι εξαγωγές μας σε άλλες αγορές σημείωσαν μεγάλη πτώση. Προς τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες του ΟΠΕΚ κατά 29,2% και προς τις χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου κατά 43,4%.

Το α΄ τρίμηνο δεν είναι αντιπροσωπευτικό, γιατί ο Ιανουάριος και ο Φεβρουάριος δεν επηρεάστηκαν από την πανδημία. Επιβεβαιώνει όμως τη μεγάλη μας εξάρτηση από την Ευρωζώνη και την Ε.Ε., γεγονός που δημιουργεί δικαιολογημένο προβληματισμό για το άμεσο μέλλον. Χώρες όπως η Γαλλία, που είναι η έκτη σημαντικότερη αγορά για τις εξαγωγές μας το α΄ τρίμηνο, αντιμετωπίζουν πτώση του ΑΕΠ κατά 11%, ενώ η εκτίμηση της Λαγκάρντ για το σύνολο της Ευρωζώνης είναι για πτώση από 8% έως 12%.

Ενθαρρυντικό είναι το γεγονός ότι οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων κατέγραψαν αύξηση κατά 19,5% και των βιομηχανικών 3,6%, όπως και ότι το δεύτερο σε αξία εξαγωγών προϊόν μετά τα προϊόντα πετρελαίου είναι τα φάρμακα.

Πρέπει να βρούμε τρόπους να στηρίξουμε τις εξαγωγές και να περιορίσουμε τις εισαγωγές, που μειώθηκαν κατά 1,9% το α΄ τρίμηνο, για να περιορίσουμε έτσι την πτώση του ΑΕΠ και την άνοδο της ανεργίας.

Έχουμε μπροστά μας ένα χωρίς προηγούμενο τουριστικό σοκ, εφόσον είναι πολύ πιθανό τα έσοδα από τον τουρισμό να περιοριστούν από 18 δισ. ευρώ το 2019 σε μόλις 4 δισ. ευρώ το 2020. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις των οικονομολόγων, για κάθε ευρώ τουριστικής δαπάνης δημιουργείται προστιθέμενη αξία 2,2 έως 2,6 ευρώ. Έτσι, η πτώση στα τουριστικά έσοδα κατά 14 δισ. ευρώ μπορεί να στερήσει από το ΑΕΠ 31 δισ. ευρώ, δηλαδή ένα ποσό που αναλογεί περίπου στο 16% του ΑΕΠ. Ουσιαστικά, δίνουμε μια μάχη για κάποιον περιορισμό των τεράστιων απωλειών και για την προετοιμασία των επόμενων τουριστικών περιόδων, ώστε να επανέλθει ο τουριστικός τομέας σε επίπεδα ρεκόρ μέχρι το 2022-2023.

Πρόβλημα έχει και η ναυτιλία εξαιτίας της αναταραχής που προκαλεί η πανδημία στο διεθνές εμπόριο και στις διεθνείς μεταφορές. Ο τουρισμός και η ναυτιλία μας μπορεί να δεχτούν πιέσεις και από τους «πράσινους» φόρους, της τάξης των 10 δισ. ευρώ ετησίως, που προωθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προκειμένου να χρηματοδοτήσει τα δάνεια που θα συνάψει στις διεθνείς αγορές για τη λειτουργία του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης.

Ευθύνες για όλους

Το επόμενο δωδεκάμηνο είναι κρίσιμο για την οικονομία και την κοινωνία. Θα δεχτούμε μεγάλες πιέσεις εξαιτίας των συνεπειών της πανδημίας. Πρέπει να παίξουμε αποτελεσματική άμυνα για να αποφύγουμε συσσώρευση ελλειμμάτων και ζημιά της οικονομίας σε βάθος, που μπορεί να επηρεάσουν στη συνέχεια αρνητικά την ανάκαμψη και την ανάπτυξη της περιόδου 2021-2024.

Κατά την άποψή μου, τα ΜΜΕ πρέπει να σταματήσουν την αναζήτηση ενός… Τσιόδρα για την οικονομία, γιατί είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα η αντιμετώπιση της πανδημίας από την αποτελεσματική διαχείριση της οικονομίας, σε δύσκολες συνθήκες και σε βάθος χρόνου.

Τα κυβερνητικά στελέχη πρέπει να ακολουθήσουν το καλό παράδειγμα του πρωθυπουργού κ. Μητσοτάκη, ο οποίος αποφεύγει να ωραιοποιεί καταστάσεις και να κρύβει προβλήματα, περνώντας ταυτόχρονα το μήνυμα της αποφασιστικότητας, της αποτελεσματικότητας και της ρεαλιστικής ελπίδας.

Τέλος, ο ΣΥΡΙΖΑ και άλλες δυνάμεις της αντιπολίτευσης πρέπει να εγκαταλείψουν την αντιπολίτευση τύπου 2012 και τις πολιτικές προτάσεις τύπου 2015 και να αναζητήσουν έναν πιο δημιουργικό ρόλο.

Τα προβλήματα είναι τεράστια, αλλά μπορούμε να τα καταφέρουμε.