Περιμένοντας τη Γερμανία - Free Sunday

Free Sunday skin left

Free Sunday skin left

Περιμένοντας τη Γερμανία
Η οικονομικά ισχυρότερη χώρα της Ευρωζώνης πάσχει από σοβαρά κενά στρατηγικής

Περιμένοντας τη Γερμανία

Αυτά που συμβαίνουν με τις ΗΠΑ συμβαίνουν, σε μικρότερη κλίμακα και με πιο εποικοδομητικό τρόπο, με τη Γερμανία. Για δεκαετίες θεωρούσαμε ότι ο πρωταγωνιστικός ρόλος των ΗΠΑ στη δυτική συμμαχία μπορεί να έβλαπτε τα εθνικά και ευρωπαϊκά μας συμφέροντα. Τώρα διαμαρτυρόμαστε για τον ακριβώς αντίθετο λόγο, για την απόσυρση των Αμερικανών από το διεθνές σύστημα που διαμορφώθηκε μεταπολεμικά σαν Δύση και από διάφορες εύφλεκτες περιοχές του πλανήτη.

Κατά τη διάρκεια της κρίσης της Ευρωζώνης και της σκληρής λιτότητας που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα ένα σημαντικό τμήμα του πολιτικού μας συστήματος και της κοινής γνώμης θεωρούσε τη Γερμανία πηγή όλων των δεινών μας.

Τώρα, που χρειαζόμαστε την παρέμβαση των ισχυρών της Ε.Ε. για να «απογειώσουμε» την οικονομία, να αντιμετωπίσουμε το προσφυγικό-μεταναστευτικό στη νέα του φάση, να προστατευτούμε από την επιθετική στρατηγική του Ερντογάν από τη Συρία μέχρι την Κύπρο και το Αιγαίο, να προωθήσουμε τις αναγκαίες αλλαγές στην Ευρωζώνη και στην Ε.Ε., διαπιστώνουμε ότι η Γερμανία είναι λιγότερο ισχυρή και λιγότερο πρόθυμη απ’ ό,τι θα τη θέλαμε.

Μαύρο μηδέν

Το Βερολίνο συμπληρώνει μία πενταετία με δημοσιονομικά πλεονάσματα και δεν φαίνεται διατεθειμένο να χαλαρώσει την αυστηρή δημοσιονομική πολιτική που εφαρμόζει. Υπάρχει η θεωρία, την οποία μετέτρεψε σε οικονομική πολιτική ο πρώην υπουργός Οικονομικών Σόιμπλε, ότι πρέπει να μπει οριστικό τέλος στα δημοσιονομικά ελλείμματα και να προχωρήσει η προγραμματισμένη μείωση του δημόσιου χρέους.

Η θεωρία αυτή αμφισβητείται από πάρα πολλούς στη Γερμανία, ενώ ο ίδιος ο Σόιμπλε άφησε σαφώς να εννοηθεί με δηλώσεις του ότι πρέπει να απομακρυνθεί η Γερμανία από την πολιτική που άρχισε να εφαρμόζει πριν από μία δεκαετία, με ευελιξία και υπευθυνότητα.

Κορυφαίοι αναλυτές των πέντε γερμανικών οικονομικών ινστιτούτων που συμβουλεύουν την ομοσπονδιακή κυβέρνηση υπογραμμίζουν ότι η γερμανική βιομηχανία βρίσκεται σε υποχώρηση εδώ και δεκαοκτώ μήνες, ενώ η στρατηγικής σημασίας γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία έχει δει την παραγωγή της να μειώνεται κατά 20% από τα μέσα του 2018.

Με βάση τις τελευταίες εκτιμήσεις, η γερμανική οικονομία θα αναπτυχθεί μόλις 0,5% το 2019 και η κατάσταση θα βελτιωθεί με ανάπτυξη 1,1% το 2020.

Οι περισσότεροι αναλυτές υπογραμμίζουν ότι παρατηρείται τεράστια υστέρηση στις δημόσιες επενδύσεις, στη συντήρηση και τον εκσυγχρονισμό της βασικής υποδομής, στον ψηφιακό μετασχηματισμό και στην πράσινη μετάβαση. Ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Βιομηχανιών της Γερμανίας, Κεμπφ, επιμένει σε μια γρήγορη αλλαγή οικονομικής πολιτικής. Δηλώνει ότι υποστήριξε την ενίσχυση της δημοσιονομικής πειθαρχίας κατά τη διάρκεια της περασμένης δεκαετίας, αλλά «τώρα έχουμε μια διαφορετική κατάσταση. Το οικονομικό μπουμ φτάνει σε ένα τέλος, το Δημόσιο μπορεί να δανειστεί με αρνητικά επιτόκια και έχουμε ένα τεράστιο επενδυτικό έλλειμμα».

Στην κριτική αυτή απαντά (με δηλώσεις του στο CNBC) ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Σολτς, με τον ακόλουθο τρόπο: «Δαπανούμε πολλά χρήματα για δημόσιες επενδύσεις και ακολουθούμε επεκτατική δημοσιονομική πολιτική τα τελευταία χρόνια. Το μόνο που διαφέρει από άλλες χώρες είναι πως δεν είμαστε πρόθυμοι να αναλάβουμε έξτρα χρέος εάν δεν υπάρχει ανάγκη – και τώρα δεν υπάρχει».

Ο υπουργός Οικονομικών, ο οποίος διεκδικεί με μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας την ηγεσία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, υπογραμμίζει: «Η οικονομική κατάσταση στη Γερμανία είναι σταθερή. Έχουμε χαμηλότερη ανάπτυξη, αλλά θα έχουμε ταχύτερη την επόμενη χρονιά. Η αγορά εργασίας στη χώρα είναι πολύ ισχυρή». Πράγματι, το ποσοστό ανεργίας τείνει να πέσει κάτω από το 3% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού.

Οι Ευρωπαίοι που ενδιαφέρονται για μια πιο χαλαρή, ίσως και επεκτατική δημοσιονομική πολιτική στη Γερμανία αναφέρονται στο παράδειγμα της Ολλανδίας, η οποία, αν και διαχρονικός υποστηρικτής της δημοσιονομικής συνέπειας, κατέθεσε κρατικό προϋπολογισμό για το 2020 που προβλέπει αύξηση των δημοσίων δαπανών και μείωση της φορολογίας των νοικοκυριών. Επιπλέον, η κεντροδεξιά κυβέρνηση Ρούτε προβλέπει τη δημιουργία ενός ταμείου το οποίο θα χρηματοδοτήσει με 50 δισ. ευρώ την πράσινη και τεχνολογική μετάβαση και τον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης. Το σημαντικό ποσό θα εξασφαλιστεί με δανεισμό από τις διεθνείς αγορές με επιτόκια που μπορεί να είναι, όπως και στην περίπτωση της Γερμανίας, αρνητικά.

Οι γερμανικοί δισταγμοί σε ό,τι αφορά την αλλαγή της οικονομικής πολιτικής κοστίζουν ακριβά στην Ευρωζώνη, εφόσον στη Γερμανία αναλογεί το 28% του συνολικού ΑΕΠ και το 39% της προστιθέμενης αξίας στη βιομηχανία.

Η διαφορά, πάντως, με την προηγούμενη δεκαετία είναι ότι η Γερμανία πρωταγωνιστούσε στην επιβολή κανόνων για την αντιμετώπιση της κρίσης που αφορούσε κυρίως άλλες χώρες, όπως η Ελλάδα, ενώ τώρα το Βερολίνο θα πρέπει να σκεφτεί πώς θα αντιμετωπίσει το πρόβλημα του εξαιρετικά χαμηλού ρυθμού ανάπτυξης της γερμανικής οικονομίας.

Πολλοί οικονομικοί αναλυτές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η οικονομική πολιτική που εφαρμόζεται είναι σε αρκετές περιπτώσεις λιγότερο αυστηρή απ’ ό,τι διαφημίζεται. Για παράδειγμα, το υπουργείο Εργασίας προωθεί νομοσχέδιο επιδότησης ασφαλιστικών εισφορών με στόχο να μειωθούν οι υποχρεώσεις των επιχειρήσεων προς τους εργαζόμενους κατά 4-5 δισ. ευρώ τον χρόνο.

Επίσης, το «πακέτο» πρόσθετων μέτρων ύψους 54 δισ. ευρώ για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής τα επόμενα πέντε χρόνια εμφανίζεται κατά ένα μέρος στον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ τα περισσότερα χρήματα θα δαπανηθούν μέσα από ένα επενδυτικό σχήμα που θα χρηματοδοτείται από δανεισμό χωρίς αυτός να φαίνεται στον προϋπολογισμό και στο δημόσιο χρέος.

Μετά τον Ντράγκι

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η κυβέρνηση συνασπισμού Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών θα συνεχίσει την ίδια πολιτική με κάποιες αναγκαίες προσαρμογές, δεν θα επιχειρήσει όμως μια στροφή που θα περιόριζε τις ανησυχίες στη Γερμανία και θα διευκόλυνε όσους πιέζονται πολύ στην Ευρωζώνη, όπως είναι η Ιταλία και η Ελλάδα.

Η διαφορετική προσέγγιση σε ζητήματα της οικονομίας αναμένεται να εκδηλωθεί και γύρω από την πολιτική που ακολουθεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Ο Μάριο Ντράγκι ανέλαβε την προεδρία της ΕΚΤ τον Νοέμβριο του 2011 και εθεωρείτο τότε από το Βερολίνο ένας εξαιρετικά υψηλού επιπέδου τεχνοκράτης με πρωσική πειθαρχία.

Οι περισσότεροι οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες της Γερμανίας, όπως και τα ΜΜΕ, πέρασαν, σταδιακά, από τους ύμνους στον Ντράγκι στην καταγγελία των πρωτοβουλιών του.

Ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Γερμανίας, Βάιντμαν, αναδείχθηκε σε αντι-Ντράγκι, καταγγέλλοντάς τον άλλοτε για νομισματική χρηματοδότηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και άλλοτε για ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων.

Ο Βάιντμαν, όπως και ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου της Γερμανίας, έχασε όλες τις μάχες με τον Ντράγκι. Ο τελευταίος σταθεροποίησε ήδη από το 2012 την Ευρωζώνη και από το 2015 πέρασε στην πολιτική της λεγόμενης ποσοτικής χαλάρωσης, δημιουργώντας χρηματοδότηση ύψους 2,6 τρισ. ευρώ για την οικονομία της Ευρωζώνης. Οι πρωτοβουλίες Ντράγκι ενίσχυσαν τη συνοχή της Ευρωζώνης, έριξαν θεαματικά το κόστος του χρήματος και το κόστος διαχείρισης του δημόσιου χρέους, ιδιαίτερα των υπερχρεωμένων κρατών.

Φεύγοντας από την ΕΚΤ, ο Ντράγκι πάτησε γκάζι στην πολιτική που εφαρμόζει, ενεργοποιώντας ξανά το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, κάνοντας ακόμη πιο αρνητικό το βασικό επιτόκιο και δεσμεύοντας τη Λαγκάρντ σε πολιτική εξαιρετικά χαμηλών ή και αρνητικών επιτοκίων μέχρι να αρχίσει να ανεβαίνει ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη προς το 2%, που είναι ο στόχος της ΕΚΤ.

Σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα στοιχεία, ο δείκτης τιμών καταναλωτή στην Ευρωζώνη αυξήθηκε, σε δωδεκάμηνη βάση, μόλις 0,8% τον Σεπτέμβριο, ενώ η ετήσια αύξηση ήταν επίσης χαμηλή, 1% τον Αύγουστο.

Η πολιτική των αρνητικών επιτοκίων που έχει επικρατήσει στην Ευρωζώνη δημιουργεί κατά την άποψη των Γερμανών σοβαρές παρενέργειες στην αποταμίευση και στη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος και των ασφαλιστικών εταιρειών. Δημιουργεί επίσης κινδύνους για «φούσκα» ακινήτων.

Είναι βέβαιο ότι η Γερμανία θα ασκήσει πίεση στη Λαγκάρντ, η οποία θα αντικαταστήσει τον Ντράγκι στην προεδρία της ΕΚΤ την 1η Νοεμβρίου, για να μετριάσει, ίσως και να εγκαταλείψει την πολιτική του.

Η Λαγκάρντ έχει διατελέσει υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας και έχει ένα πιο πολιτικό προφίλ από τον Ντράγκι, το οποίο επιτρέπει πολιτικές παρεμβάσεις, αντιδράσεις και συμβιβασμούς.

Ο Ντράγκι απαντά στη γερμανική κριτική για νομισματική πολιτική που έχει ξεφύγει από το καθορισμένο πλαίσιο, και μπορεί πλέον να μην είναι αποτελεσματική, υποστηρίζοντας ότι έφτασε η ώρα να αναπτυχθούν δημοσιονομικές πρωτοβουλίες –ιδιαίτερα από χώρες σαν τη Γερμανία, που έχουν το δημοσιονομικό περιθώριο– για να καλυφθεί το κενό στην οικονομική πολιτική και να μην προστρέχουν όλοι στη νομισματική πολιτική προκειμένου να υποστηριχτεί η ανάπτυξη στην Ευρωζώνη.

Το Βερολίνο θεωρεί ότι ήδη ακολουθεί επεκτατική δημοσιονομική πολιτική και δεν θέλει να αυξήσει σημαντικά τις δαπάνες του Δημοσίου, εφόσον υπάρχουν και σχετικοί συνταγματικοί περιορισμοί. Υποστηρίζει επίσης ότι η νομισματική πολιτική που ακολουθεί η ΕΚΤ δεν πρέπει να είναι τόσο χαλαρή.

Το θέμα θα κυριαρχήσει στην επικαιρότητα το επόμενο διάστημα και έχει τεράστιο ενδιαφέρον για την Ευρωζώνη και φυσικά για την Ελλάδα. Αρκεί να σκεφτούμε ότι το ελληνικό Δημόσιο δανείζεται βραχυπρόθεσμα με περίπου μηδενικό ή και ελαφρά αρνητικό επιτόκιο, ενώ το επιτόκιο στο δεκαετές ομόλογο είναι της τάξης του 1,5%, με αποτέλεσμα το κόστος δανεισμού μας να συγκρίνεται με εκείνο των ΗΠΑ.

Μεγαλύτερη γερμανική κατανόηση σε μια ελεγχόμενη δημοσιονομική χαλάρωση και συνέχιση της πολιτικής των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων θα βοηθούσε, μεταξύ των άλλων, τη συνεννόηση Ρώμης-Βρυξελλών και την πολιτική εξουδετέρωση των λαϊκιστών της Λέγκας και του Σαλβίνι.

Μεταρρυθμιστικοί δισταγμοί

Η κυβέρνηση Μέρκελ εμφανίζεται εξαιρετικά διστακτική σε ό,τι αφορά τις μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της Ευρωζώνης και την ανάπτυξη νέων ευρωπαϊκών πολιτικών.

Οι φιλόδοξες προτάσεις Μακρόν για ξεχωριστό προϋπολογισμό της Ευρωζώνης, ο οποίος θα ήταν πολλαπλάσιος σαν ποσοστό επί του ΑΕΠ από εκείνον της Ε.Ε. στο σύνολό της, μετατράπηκαν σε ένα απλό κονδύλι στον συνολικό προϋπολογισμό της Ε.Ε., ο οποίος παραμένει σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα.

Το Brexit πραγματοποιείται, αλλά η βρετανική νοοτροπία, σύμφωνα με την οποία τα χρήματα των φορολογουμένων που καταλήγουν στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό πρέπει να θεωρούνται χαμένα, εξακολουθεί να κυριαρχεί σε πολλές αναπτυγμένες χώρες της Ευρωζώνης.

Η καγκελάριος Μέρκελ διαβεβαίωσε τους βουλευτές του Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου, πριν μεταβεί στη σύνοδο κορυφής των Βρυξελλών την περασμένη Πέμπτη, ότι η Γερμανία θα διεκδικήσει «έκπτωση» για να μην επιβαρυνθεί υπέρμετρα καλύπτοντας το κενό που θα αφήσει στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου με τη σημαντική καθαρή συνεισφορά σε αυτόν.

Και στο ζήτημα της τραπεζικής ένωσης το Βερολίνο εμφανίζεται εξαιρετικά διστακτικό, θεωρώντας ότι πρέπει πρώτα να μειωθεί το ρίσκο για να υπάρξει συνυπευθυνότητα και σε βάθος χρόνου ευρωπαϊκή εγγύηση των καταθέσεων. Το υψηλό ποσοστό κόκκινων δανείων των τραπεζών ορισμένων νοτιοευρωπαϊκών χωρών ενισχύει τους γερμανικούς δισταγμούς, αν και οι περιπέτειες της Deutsche Bank δείχνουν ότι και το δικό τους τραπεζικό σύστημα αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Η Deutsche Bank είναι η μόνη γερμανική τράπεζα που προσπάθησε να γίνει παγκόσμιος παίκτης και να ανταγωνιστεί τους αμερικανικούς και κινεζικούς κολοσσούς, δυστυχώς όμως δεν τα κατάφερε.

Ακόμη και στο θέμα της κοινής πολιτικής Άμυνας, το οποίο έχει πάρει μεγάλη δημοσιότητα τα τελευταία δύο χρόνια, η Γερμανία δυσκολεύεται να πρωταγωνιστήσει. Οι αμυντικές της δαπάνες ανέρχονται σε 1,2% του ΑΕΠ και δεν παρουσιάζουν τάση σημαντικής αύξησης, παρά τη δέσμευση που έχει αναλάβει η γερμανική κυβέρνηση στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ να φτάσουν σταδιακά το 2% του ΑΕΠ.

Η ελλιπής χρηματοδότηση της αμυντικής προσπάθειας της Γερμανίας έχει βέβαια ιστορικές και πολιτικές ρίζες, εφόσον το δημοκρατικό της σύστημα παλεύει με το παρελθόν του μιλιταρισμού και του ναζισμού. Με τόσο χαμηλές στρατιωτικές δαπάνες και με την άρνηση να εμπλακούν γερμανικά στρατεύματα σε επιχειρήσεις που δεν έχουν καθαρά ανθρωπιστικό χαρακτήρα διευκολύνονται οι ΗΠΑ στην αποδέσμευσή τους από τις συμμαχικές τους υποχρεώσεις και εμποδίζεται η ανάπτυξη κοινής ευρωπαϊκής άμυνας.

Τον Νοέμβριο του 2018 η Μέρκελ, μιλώντας στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αναφέρθηκε στη «δημιουργία ενός οράματος που θα μας επιτρέψει να κατορθώσουμε μια μέρα να διαθέτουμε έναν πραγματικό ευρωπαϊκό στρατό».

Χωρίς επαρκή χρηματοδότηση σε ευρωπαϊκό και γερμανικό επίπεδο, χωρίς μεγάλα ευρωπαϊκά εξοπλιστικά προγράμματα και χωρίς κοινή στρατηγική, το όραμα θα παραμείνει όραμα.

Ακόμη και σε ζητήματα προστασίας του περιβάλλοντος και πράσινης μετάβασης, όπου η Γερμανία έχει το πλεονέκτημα έναντι άλλων ευρωπαϊκών χωρών, τα αποτελέσματα μέχρι σήμερα δεν είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακά. Σύμφωνα με ορισμένους υπολογισμούς, στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας υπήρξε πολύ μικρή μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στη Γερμανία, ενώ οι στόχοι που έχουν τεθεί για την περίοδο 2020-2030, για να υπάρξει συνολική μείωση των αερίων κατά 55% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, κρίνονται υπερβολικά φιλόδοξοι.

Το «πακέτο» μέτρων ύψους 54 δισ. ευρώ για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου δεν κρίνεται ιδιαίτερα αποτελεσματικό από τους ειδικούς, οι οποίοι επιχειρηματολογούν υπέρ ακριβότερων δικαιωμάτων ρύπων σε κλάδους όπως είναι η παραγωγή και διάθεση καυσίμων, το πετρέλαιο θέρμανσης και ο άνθρακας. Από την πλευρά της, η καγκελάριος Μέρκελ απαντά ότι οι υπερβολικές οικονομικές επιβαρύνσεις στο όνομα της προστασίας του περιβάλλοντος μπορεί να προκαλέσουν αντιδράσεις, κάνοντας εξαιρετικά δύσκολη έως αδύνατη την εφαρμογή της νέας πολιτικής.

Γεγονός πάντως είναι ότι η Γερμανία, αν και κινείται σε πολύ ανώτερες κατηγορίες απ’ ό,τι εμείς σχεδόν σε όλα τα θέματα, δεν δείχνει έτοιμη να πρωταγωνιστήσει σε σημαντικές πολιτικές αλλαγές, στην πράσινη μετάβαση, στην ψηφιοποίηση της οικονομίας. Τα κριτήρια βέβαια δεν τα θέτουν χώρες με τα χαρακτηριστικά της Ελλάδας, αλλά οι ανάγκες της Ευρωζώνης και ο ανταγωνισμός με τις ΗΠΑ και την Κίνα.

Πολιτική μετάβαση

Η Γερμανία δυσκολεύεται να κινηθεί με δυναμικό και αποτελεσματικό τρόπο, γιατί το πολιτικό σύστημα είναι σε φάση μετάβασης. Η Μέρκελ βρίσκεται στον 14ο χρόνο εξουσίας της και εμφανίζει έντονα τα σημάδια της πολιτικής και σε περιπτώσεις βιολογικής κόπωσης.

Παραμένει εξαιρετικά δημοφιλής, με ποσοστό δημοτικότητας της τάξης του 55%, αλλά έχει δηλώσει ότι δεν θα διεκδικήσει την επανεκλογή της στις βουλευτικές εκλογές του 2021.

Αποσύρθηκε ήδη από την ηγεσία του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος και την αντικατέστησε η Κραμπ-Καρενμπάουερ, η οποία όμως δυσκολεύεται να κερδίσει την εμπιστοσύνη των Γερμανών. Η Μέρκελ την προώθησε στο υπουργείο Άμυνας, σε μια προσπάθεια να ενισχύσει τα ηγετικά χαρακτηριστικά της, αλλά αυξάνονται οι φωνές στο Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα για επιλογή άλλου υποψήφιου καγκελάριου στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2021.

Το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα βρίσκεται σε κάμψη. Έχασε σημαντικό ποσοστό προς την ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία ύστερα από την εντυπωσιακή πρωτοβουλία που πήρε η Μέρκελ το 2015-2016 ανοίγοντας τα σύνορα και την κοινωνία στους πρόσφυγες και τους μετανάστες για να αποτραπεί μια μεγάλης κλίμακας ανθρωπιστική κρίση.

Τελευταία οι Χριστιανοδημοκράτες γνωρίζουν απώλειες, ιδιαίτερα μεταξύ των νεότερων ψηφοφόρων, και προς τους Πράσινους, οι οποίοι ήρθαν δεύτεροι στις ευρωεκλογές του Μαΐου και σε αρκετές δημοσκοπήσεις πλησιάζουν επικίνδυνα τους Χριστιανοδημοκράτες. Εκδηλώνεται πλέον μια κοινωνική δυναμική στη Γερμανία υπέρ των Πρασίνων, με αποτέλεσμα να λεηλατούν εκλογικά το άλλοτε πανίσχυρο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, το οποίο πλέον έχει δημοσκοπικά ποσοστά της τάξης του 15%.

Η Εναλλακτική για τη Γερμανία, που παίζει ρόλο αξιωματικής αντιπολίτευσης στην Ομοσπονδιακή Βουλή, δεν εμφανίζει ανοδική τάση, αλλά εξακολουθεί να είναι πρώτη δύναμη στις ανατολικές περιοχές της χώρας, όπου πολλοί πολίτες θεωρούν ότι το Βερολίνο δεν κάνει αρκετά για να καλύψει το χάσμα με τις πιο αναπτυγμένες δυτικές περιοχές της Γερμανίας, ενώ ομοσπονδιακή και περιφερειακές κυβερνήσεις δαπανούν 18 δισ. ευρώ τον χρόνο για την ενσωμάτωση προσφύγων και μεταναστών.

Οι Πράσινοι θεωρούνται αξιόπιστη πολιτική δύναμη με κυβερνητική παράδοση στη Γερμανία και ενισχύονται από τις επιτυχίες των αδελφών κομμάτων στις ευρωεκλογές σε ό,τι αφορά τη Γαλλία και στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές στην Αυστρία. Εάν μάλιστα υπάρξει κυβερνητική συνεργασία του κεντροδεξιού Λαϊκού Κόμματος με τους Πράσινους στην Αυστρία, θα επηρεάσει τις εξελίξεις στη Γερμανία.

Τα ποσοστά των Χριστιανοδημοκρατών προς το τέλος της εποχής Μέρκελ είναι κάτω από το 30% και οι Σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι συμπληρώνουν τον άλλοτε «Μεγάλο Συνασπισμό», κινούνται γύρω από ένα ισχνό 15%.

Οι Φιλελεύθεροι έχουν σχετικά χαμηλά ποσοστά και η Αριστερά εμφανίζεται σταθερή σε μονοψήφια ποσοστά.

Σε αυτό το πολιτικό περιβάλλον η κυβέρνηση Μέρκελ είναι πολύ δύσκολο να αναλάβει δυναμικές και αποτελεσματικές πρωτοβουλίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Την κατάσταση περιπλέκει το διαζύγιο με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Τραμπ, εφόσον η Γερμανία επένδυσε σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο στη στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ. Η συνεργασία αυτή έχει σταματήσει να υπάρχει, η Μέρκελ δέχεται συχνά φραστικές επιθέσεις από τον Τραμπ, ενώ υπονομεύεται και η πολυμερής συνεργασία –από την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής μέχρι τη συμφωνία για την εγκατάλειψη του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν– την οποία στηρίζει το γερμανικό πολιτικό σύστημα.

Υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες που ενισχύουν μια σχετική εσωστρέφεια, όπως είναι οι ευθύνες για το ναζιστικό παρελθόν και η έλλειψη εθνικής ομοψυχίας μεταξύ Ανατολικογερμανών και Δυτικογερμανών, τριάντα χρόνια μετά την κατάρρευση του Τείχους και τη γερμανική ενοποίηση.

Τουρκία και μεταναστευτικό

Οι σοβαρές δυσλειτουργίες και η αδυναμία ανάληψης σημαντικών πρωτοβουλιών φαίνονται στον τρόπο διαχείρισης θεμάτων όπως η πολιτική που ακολουθεί ο Ερντογάν μέσα και έξω από την Τουρκία και η νέα κλιμάκωση του προσφυγικού-μεταναστευτικού.

Η Μέρκελ κατάφερε να συνεννοηθεί με τον Ερντογάν για να ελεγχθούν οι ροές από τον Μάρτιο του 2016 μέχρι σήμερα, δεν έχει όμως τη δυνατότητα να του επιβάλει αλλαγή πολιτικής στο εσωτερικό, όπου το καθεστώς γίνεται ολοένα πιο καταπιεστικό, ούτε και σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, με χαρακτηριστικό το παράδειγμα της εισβολής στις περιοχές των Κούρδων της Συρίας.

Η απόφαση του Τραμπ να αποσύρει τα αμερικανικά στρατεύματα από τη ΒΑ Συρία αποθράσυνε τον Ερντογάν και ανέδειξε τον αντιφατικό χαρακτήρα της γερμανικής πολιτικής.

Για παράδειγμα, η αυτοκινητοβιομηχανία Volkswagen αποφάσισε να αναστείλει την οριστική απόφαση για την πραγματοποίηση επένδυσης 1,3 δισ. ευρώ στην περιοχή της Σμύρνης με τη δημιουργία 30.000 θέσεων απασχόλησης.

Η Volkswagen, αν και έχει δεύτερο βασικό μέτοχο κυβέρνηση γερμανικού κρατιδίου που ελέγχεται από τους Σοσιαλδημοκράτες, έδειξε προτίμηση σε μια επένδυση που ενισχύει το καθεστώς Ερντογάν, παραμερίζοντας σχετικές προτάσεις της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, κρατών-μελών της Ε.Ε.

Το εμπάργκο όπλων που αποφασίστηκε μετά την επίθεση της Τουρκίας στη ΒΑ Συρία είναι κι αυτό αμφιλεγόμενο. Η Γερμανία είναι στους πέντε μεγαλύτερους προμηθευτές οπλικών συστημάτων στην Τουρκία και το εμπάργκο ισχύει μόνο για τις μελλοντικές παραγγελίες.

Τις περιορισμένες δυνατότητες της Ε.Ε. να διαχειριστεί την κρίση με την Τουρκία και τη Συρία περιέγραψε με εξαιρετικό τρόπο ο υπουργός Εξωτερικών της Ισπανίας, Μπορέλ, ο οποίος θα αντικαταστήσει τη Μογκερίνι στη διαχείριση των θεμάτων εξωτερικής πολιτικής της Ε.Ε. Όπως είπε μετά το συμβούλιο υπουργών Εξωτερικών της Ε.Ε.: «Δεν έχουμε μαγικές ικανότητες. Βρισκόμαστε σε αδυναμία να σταματήσουμε αυτή τη σύγκρουση και καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν έχει διάθεση να στείλει στρατιωτικές δυνάμεις στο πεδίο».

Η ευρωπαϊκή αδυναμία που περιέγραψε ο Μπορέλ ισχύει και για τη Γερμανία.

Στο προσφυγικό-μεταναστευτικό το Βερολίνο θέλει να αποφύγει την επανάληψη της κρίσης του 2015, που πρόσφερε ιστορική πολιτική ευκαιρία στη γερμανική άκρα Δεξιά. Αυτό περιορίζει αναπόφευκτα τις αντιστάσεις έναντι του Ερντογάν, ο οποίος απειλεί να στείλει πολλούς από τα 3,6 εκατομμύρια Σύριους πρόσφυγες και μετανάστες που «φιλοξενεί» η Τουρκία στην Ελλάδα και μέσω αυτής σε Αυστρία, Γερμανία και Σουηδία, όπως κατά το παρελθόν.

Η Γερμανία προωθεί την αναγκαία χρηματοδότηση –κυρίως μέσω ΜΚΟ– για να κρατήσει ο Ερντογάν τους πρόσφυγες και τους μετανάστες στην Τουρκία και θέλει να παραμείνει η Ελλάδα χώρα εγκλωβισμού προσφύγων-μεταναστών, όπως συμφωνήθηκε, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, επί κυβέρνησης Τσίπρα, και είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν τώρα οι υπογραφές που θα αλλάξουν αυτή την απαράδεκτη για εμάς κατάσταση.

Προς το παρόν η γερμανική διπλωματία δίνει προτεραιότητα σε κάποιου είδους ευρωπαϊκή αλληλεγγύη υπέρ της Ιταλίας –η οποία αντιμετωπίζει πολύ μικρότερο πρόβλημα από εμάς– για να αποτραπεί η δυναμική πολιτική επιστροφή του Σαλβίνι και της Λέγκας.

Η επανάληψη μιας πολιτικής που δείχνει ξεπερασμένη από τις εξελίξεις μπορεί να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από αυτά που θα λύσει.