Η Έφη έχει πάντα δίκιο - Free Sunday

Free Sunday skin left

Free Sunday skin left

Η Έφη έχει πάντα δίκιο

Η Έφη έχει πάντα δίκιο

Μια συντριπτική ήττα υπέστη τις προηγούμενες ημέρες η πραγματικότητα και η λογική από τη σφοδρή αντιπαράθεση που επέλεξε να κάνει μαζί της η κ. Έφη Αχτσιόγλου αναφορικά με το ζήτημα των συντάξεων και όχι μόνο. «Ό,τι και αν υποστηρίζει η ΝΔ και τα στελέχη της, κανείς δεν ξεχνάει ότι είναι οι νόμοι της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ που επέβαλαν οριζόντιες περικοπές στις συντάξεις έως και 50% και κρίθηκαν αντισυνταγματικοί» είπε η κ. Αχτσιόγλου απαντώντας στην ανακοίνωση της ΝΔ σχετικά με την έφεση την οποία είχε καταθέσει το υπουργείο Εργασίας κατά των δικαστικών αποφάσεων οι οποίες επιδικάζουν επιστροφή των αναδρομικών.

Όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση το ζήτημα δεν ήταν το «τι υποστηρίζει η ΝΔ» αλλά το τι υποστηρίζει η έφεση την οποία κατέθεσε το υπουργείο Εργασίας για να αντικρούσει τη δικαστική απόφαση με βάση την οποία δικαιωνόταν ένας συνταξιούχος: «Συγκεκριμένα από τις διατάξεις 3845/10, 3863/10, 3986/11, 4051/12, 4093/12, οι παραπάνω διατάξεις ψηφίστηκαν και εφαρμόστηκαν για το δημόσιο συμφέρον, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση ταυτίζεται με το συμφέρον των πολιτών του, αφού η ενδεχόμενη πλήρης κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας εξαιτίας της διεθνούς οικονομικής κρίσης θα συμπαρέσυρε σε πλήρη κατάρρευση και τα νοικοκυριά όλων των Ελλήνων πολιτών».

Οι αγαπημένοι μνημονιακοί νόμοι της κ. Αχτσιόγλου

  • Ο νόμος 3845/10, ο οποίος επιγράφεται «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη-μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο», είναι το πρώτο μνημόνιο, έχει ημερομηνία 6 Μαΐου 2010 και υπογράφεται από τον Γιώργο Παπανδρέου, τον Ευάγγελο Βενιζέλο, τον Γιώργο Παπακωνσταντίνου, αλλά και από μία υπουργό του ΣΥΡΙΖΑ, την κ. Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου, και τον φανατικό υποστηρικτή της συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ-ΚΙΝΑΛ Γιάννη Ραγκούση. «Τα μέτρα είναι καταστροφικά και άδικα» είχε πει τότε στη Βουλή ο κ. Τσίπρας ως πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο ΣΥΡΙΖΑ θαυμάζει το περιεχόμενό του. Είχε ξανασυμβεί, τον Φεβρουάριο του 2015, όταν ο Δημήτρης Παπαδημούλης ζητούσε την εφαρμογή του για τη φορολόγηση των τηλεοπτικών διαφημίσεων.
  • Ο νόμος 3863/10, με ημερομηνία 15 Ιουλίου 2010, επιγράφεται «Νέο Ασφαλιστικό Σύστημα και συναφείς Διατάξεις» και υπογράφεται από τους ίδιους.«Εσείς τίποτα απ’ αυτά δεν κάνετε, παρά μονάχα κόβετε δικαιώματα, συντάξεις, μισθούς, διότι το ευαγγέλιό σας, δυστυχώς, είναι το μνημόνιο και μόνο το μνημόνιο» έλεγε στη Βουλή ο κ. Τσίπρας.
  • Ο νόμος 3986/11, με ημερομηνία 1 Ιουλίου 2011, περιλαμβάνει τα «Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015». «Η απειλή ότι αν δεν πέρναγε το Μεσοπρόθεσμο η Ελλάδα θα πήγαινε σε στάση πληρωμών ήταν ένας ωμός εκβιασμός, που απείχε όμως πολύ από την πραγματικότητα» είχε πει στη Βουλή ο κ. Τσίπρας.
  • Ο νόμος 4051/12, με ημερομηνία 12 Φεβρουαρίου 2012, περιλαμβάνει «Ρυθμίσεις συνταξιοδοτικού περιεχομένου και άλλες επείγουσες ρυθμίσεις εφαρμογής του Μνημονίου Συνεννόησης του ν. 4046/2012» και έχει ψηφιστεί επί πρωθυπουργίας Παπαδήμου. «Η έγκριση του νέου πακέτου μέτρων και της νέας δανειακής σύμβασης όχι μόνο δεν θα μας σώσει από την άτακτη χρεοκοπία αλλά θα τη φέρει ακόμα πιο κοντά και με δυσμενέστερους όρους» δήλωνε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας.
  • Ο νόμος 4093/12, με ημερομηνία 12 Νοεμβρίου 2012, επιγράφεται «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016», είναι επί πρωθυπουργίας Σαμαρά και υπογράφεται από τον Γιάννη Στουρνάρα και τον Γιάννη Βρούτση. «Δεν είμαστε ανυπόμονοι να κυβερνήσουμε, είμαστε ανυπόμονοι να σώσουμε την κοινωνία από την επερχόμενη καταστροφή, να προλάβουμε το κοινωνικό κραχ που θα φέρουν τα μέτρα που ετοιμάζεστε να ψηφίσετε» έλεγε ο κ. Τσίπρας.

Η ανίκητη λογική της κ. υπουργού

Η κ. Αχτσιόγλου, όμως, συνέχισε απτόητη. Αφού κατηγόρησε τη ΝΔ ότι έκανε τις περικοπές, τις οποίες το υπουργείο Εργασίας υπερασπιζόταν στην έφεση ως σωτήριες για τη χώρα, στη συνέχεια αποποιήθηκε και της ευθύνης για το περιεχόμενο της έφεσης και κατηγόρησε και πάλι τη ΝΔ ότι «αποκρύπτει, επίσης, το γεγονός ότι τα ένδικα μέσα κατατίθενται από τη Νομική Υπηρεσία, της οποίας προΐσταται το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, και σε καμία περίπτωση οι υπουργοί δεν υπεισέρχονται στη διαδικασία να υπαγορεύουν τα δικόγραφα».

Δηλαδή, πρώτα κατηγορούσε τη ΝΔ ότι ψήφισε τους νόμους στην αναγκαιότητα εφαρμογής των οποίων στηριζόταν η έφεση και μετά αποποιούνταν το περιεχόμενο της έφεσης, λέγοντας ότι δεν την έκανε η ίδια αλλά ο ΕΦΚΑ.

Ο ίδιος ΕΦΚΑ το Δ.Σ. του οποίου διορίζει η ίδια, η οποία, μάλιστα, πριν από λίγο καιρό είχε αποπέμψει τον προηγούμενο διοικητή του φορέα, διότι η κυβέρνηση δεν ήταν ικανοποιημένη από τις επιδόσεις του.

Η υπουργός Εργασίας ισχυρίζεται ότι η έφεση συντάχθηκε από τη Νομική Υπηρεσία του ΕΦΚΑ, όμως, όπως προκύπτει από τα αποσπάσματα της έφεσης που έγιναν γνωστά, οι συντάκτες της δεν επικαλέστηκαν τις νομικές παραμέτρους αλλά τα πολιτικά αποτελέσματα των συγκεκριμένων νομοθετικών ρυθμίσεων ως σωτήρια για τη χώρα.

Το πλαφόν

Την πολιτική διάσταση του περιεχόμενου της έφεσης είχε καταστήσει σαφή πριν από λίγες ημέρες ο υφυπουργός της κ. Αχτσιόγλου, Τάσος Πετρόπουλος. Αναφερόμενος στην απόφαση για τα αναδρομικά, η οποία εφεσιβλήθηκε, ο κ. Πετρόπουλος είχε πει ότι «αν ισχύσει για όλους, το 16,2% του ΑΕΠ δεν πρόκειται να τηρηθεί, επομένως θα εκτοξευτεί, επομένως θα παραβιαστεί το πρώτο μνημόνιο, το οποίο κρίθηκε συνταγματικό, και θα βρεθεί σε μια αντίφαση και αντίθεση με τον εαυτό του το Ανώτατο Δικαστήριο».

Ουσιαστικά, ο κ. Πετρόπουλος είπε αυτό που η πολιτική του προϊσταμένη ήθελε να μην πει: ότι πρόκειται για πολιτική απόφαση της κυβέρνησης να συμμορφωθεί πλήρως με τις μνημονιακές υποχρεώσεις της χώρας σε ό,τι αφορά τις συντάξεις και να διαβεβαιώσει τους δανειστές ότι δεν προτίθεται να ξεπεράσει το 16,2% του ΑΕΠ, το οποίο έχει τεθεί ως πλαφόν για τις συντάξεις.

Όμως η κ. Αχτσιόγλου, ο κ. Πετρόπουλος και η κυβέρνηση δεν έχουν απαντήσει ακόμη στο ερώτημα αν ο «δημοσιονομικός χώρος» που ισχυρίζονται ότι έχει δημιουργηθεί και επιτρέπει να μην εφαρμοστεί η περικοπή των συντάξεων που προβλέφθηκε επί ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται κάτω ή πάνω από το πλαφόν του 16,2%.

Διότι τυχόν ακύρωση του μέτρου θα πρέπει να διατηρεί το πλαφόν κάτω από το 16,2% του ΑΕΠ.